Σάββατο του Ακαθίστου, 5η Απριλίου 2025
Μαρτύρων Κλαυδίου, Διόδωρου, Ουίκτωρος, Ούικτωρίνου, Παππίου, Σεραπίωνος και Νικηφόρου. Μαξίμου και Τερεντίου. Θεοδώρας και Διδύμου, Ζήνωνος, Θέρμου, Πομπηίου. Των εν Λέσβω «Αγίων Πέντε» Νεανίδων. Υπομονής της όσιας. Νεομάρτυρος Γεωργίου του εν Εφέσω (1) (†1801). Οσιας Θεοδώρας της εν Θεσσαλονίκη.
(1) Ο άγιος νεομάρτυρας Γεώργιος γεννήθηκε στη Έφεσο όπου το 1798 και ενώ βρισκόταν σε κατάσταση μέθης παρασύρθηκε στον Ισλαμισμό και αρνήθηκε την χριστιανική του πίστη. Όταν όμως συνειδητοποίησε την πράξη του απαρνήθηκε τον Ισλαμισμό και κατέφυγε στη Σάμο. Στο διάστημα της απουσίας του οι χριστιανοί της Έφεσου έλαβαν άδεια από την Κωνσταντινούπολη και άρχισαν να αναγείρουν Ναό. Οι Τούρκοι βέβαια της περιοχής, το έφεραν βαρέως γι` αυτό διέβαλαν τους χριστιανούς ότι στο θεμέλια του νέου ανεγειρόμενου Ι. Ναού έκρυψαν το λείψανο του Αγίου Γεωργίου, τον οποίον σκότωσαν διότι απαρνήθηκε τη χριστιανική πίστη. Ο Γεώργιος συνελήφθη και οδηγήθηκε βίαια στη Έφεσο, κατόρθωσε όμως να διαφύγει στη Σάμο. Και πάλι συνελήφθη και οδηγήθηκε στις φυλακές διότι επέμενε να ομολογεί την χριστιανική του πίστη. Με τη μεσολάβηση των δημογερόντων της Σάμου, αφέθηκε ελεύθερος. Επειδή όμως στη Έφεσο συνεχίζοντας οι δυσκολίες για την ανέγερση του Ναού πήρε την απόφαση να επιστρέψει στην πατρίδα του και να μαρτυρήσει. Παρουσιάστηκε λοιπόν μπροστά στον τούρκο ιεροδικαστή και με θάρρος ομολόγησε την πίστη του στο Χριστό. Εκείνος πότε με υποσχέσεις και πότε με απειλές για εκείνον και την οικογένειά του προσπάθησε να τον μεταπείσει μάταια. Ακολούθησαν σκληρά βασανιστήρια και τέλος ο αποκεφαλισμός του στις 5 Απριλίου 1801. Το ιερό λείψανό του έθαψαν οι Χριστιανοί με τις αρμόζουσες τιμές στο τάφο του νεομάρτυρα Πολυδώρου.
Αποστολικό Ανάγνωσμα
Πρωτότυπο Κείμενο (Εβρ. 9:1-7)
Ἀδελφοί, εἶχεν ἡ πρώτη σκηνὴ δικαιώματα λατρείας τό τε ῞Αγιον κοσμικόν. Σκηνὴ γὰρ κατεσκευάσθη ἡ πρώτῃ ἐν ᾗ ἥ τε λυχνία καὶ ἡ τράπεζα καὶ ἡ πρόθεσις τῶν ἄρτων, ἥτις λέγεται ῞Αγια. Μετὰ δὲ τὸ δεύτερον καταπέτασμα σκηνὴ ἡ λεγομένη ῞Αγια ῾Αγίων, χρυσοῦν ἔχουσα θυμιατήριον καὶ τὴν κιβωτὸν τῆς διαθήκης περικεκαλυμμένην πάντοθεν χρυσίῳ, ἐν ᾗ στάμνος χρυσῆ ἔχουσα τὸ μάννα καὶ ἡ ῥάβδος ᾿Ααρὼν ἡ βλαστήσασα καὶ αἱ πλάκες τῆς διαθήκης, ὑπεράνω· δὲ αὐτῆς Χερουβὶμ δόξης κατασκιάζοντα τὸ ἱλαστήριον· περὶ ὧν οὐκ ἔστι νῦν λέγειν κατὰ μέρος. Τούτων δὲ οὕτω κατεσκευασμένων εἰς μὲν τὴν πρώτην σκηνὴν διὰ παντὸς εἰσίασιν οἱ ἱερεῖς τὰς λατρείας ἐπιτελοῦντες, εἰς δὲ τὴν δευτέραν ἅπαξ τοῦ ἐνιαυτοῦ μόνος ὁ ἀρχιερεύς, οὐ χωρὶς αἵματος, ὃ προσφέρει ὑπὲρ ἑαυτοῦ καὶ τῶν τοῦ λαοῦ ἀγνοημάτων.
___________________________________________________________________________
Ευαγγελικό Ανάγνωσμα
Πρωτότυπο Κείμενο (Λκ. 1:39-49, 56)
Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις ἀναστᾶσα Μαριὰμ, ἐπορεύθη εἰς τὴν ὀρεινὴν μετὰ σπουδῆς, εἰς πόλιν ᾿Ιούδα· καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸν οἶκον Ζαχαρίου, καὶ ἠσπάσατο τὴν ᾿Ελισάβετ. Καὶ ἐγένετο, ὡς ἤκουσεν ἡ ᾿Ελισάβετ τὸν ἀσπασμὸν τῆς Μαρίας, ἐσκίρτησε τὸ βρέφος ἐν τῇ κοιλίᾳ αὐτῆς· καὶ ἐπλήσθη Πνεύματος ῾Αγίου ἡ ᾿Ελισάβετ, καὶ ἀνεφώνησε φωνῇ μεγάλῃ, καὶ εἶπεν· Εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξὶ, καὶ εὐλογημένος ὁ καρπὸς τῆς κοιλίας σου. Καὶ πόθεν μοι τοῦτο, ἵνα ἔλθῃ ἡ Μήτηρ τοῦ Κυρίου μου πρός με; Ἰδοὺ γὰρ, ὡς ἐγένετο ἡ φωνὴ τοῦ ἀσπασμοῦ σου εἰς τὰ ὦτά μου, ἐσκίρτησε τὸ βρέφος ἐν ἀγαλλιάσει ἐν τῇ κοιλίᾳ μου. Καὶ μακαρία ἡ πιστεύσασα, ὅτι ἔσται τελείωσις τοῖς λελαλημένοις αὐτῇ παρὰ Κυρίου. Καὶ εἶπε Μαριάμ· Μεγαλύνει ἡ ψυχή μου τὸν Κύριον, καὶ ἠγαλλίασε τὸ πνεῦμά μου ἐπὶ τῷ Θεῷ τῷ Σωτῆρί μου· Ὅτι ἐπέβλεψεν ἐπὶ τὴν ταπείνωσιν τῆς δούλης αὐτοῦ· ἰδοὺ γὰρ, ἀπὸ τοῦ νῦν μακαριοῦσί με πᾶσαι αἱ γενεαί· Ὅτι ἐποίησέ μοι μεγαλεῖα ὁ δυνατὸς· καὶ ἅγιον τὸ ὄνομα αὐτοῦ. ῎Εμεινε δὲ Μαριὰμ σὺν αὐτῇ ὡσεὶ μῆνας τρεῖς· καὶ ὑπέστρεψεν εἰς τὸν οἶκον αὐτῆς.
Νεοελληνική Απόδοση
Εκείνες τις μέρες, η Μαριάμ σηκώθηκε και πήγε γρήγορα σε κάποια πόλη της ορεινής Ιουδαίας· μπήκε στο σπίτι του Ζαχαρία και χαιρέτησε την Ελισάβετ. Μόλις εκείνη άκουσε το χαιρετισμό της Μαρίας, το βρέφος που ήταν στα σπλάχνα της σκίρτησε. Η Ελισάβετ πλημμύρισε με το Άγιο Πνεύμα και φώναξε με δυνατή φωνή: «Ευλογημένη απ’ το Θεό είσαι εσύ, περισσότερο από όλες τις γυναίκες, ευλογημένο και το παιδί που έχεις στα σπλάχνα σου. Αλλά πώς μου έγινε αυτή η τιμή να με επισκεφτεί η μητέρα του Κυρίου μου; Γιατί μόλις έφτασε ση’ αυτιά μου η φωνή του χαιρετισμού σου, σκίρτησε από αγαλλίαση το παιδί στα σπλάχνα μου. Χαρά σ’ αυτήν που πίστευε ότι θα εκπληρωθούν τα λόγια που της είπε ο Κύριος».Η Μαριάμ τότε είπε:«Η ψυχή μου δοξάζει τον Κύριο, και το πνεύμα μου νιώθει αγαλλίαση για το Θεό, το σωτήρα μου, γιατί έδειξε την ευμένειά του στην ταπεινή του δούλη. Από τώρα θα με καλοτυχίζουν όλες οι γενιές, γιατί ο δυνατός Θεός έκανε σ’ εμένα θαυμαστό έργο. Άγιο είναι το όνομά του. Η Μαριάμ έμεινε με την Ελισάβετ περίπου τρεις μήνες και ύστερα γύρισε στο σπίτι της.