Kυριακή ΙΓ΄ Επιστολών, Αποστ. Ανάγνωσμα: Α’ Κορινθίους ιστ’ 13-24

Πρωτότυπο Κείμενο

Αδελφοί, γρηγορείτε, στήκετε εν τη πίστει, ανδρίζεσθε, κραταιούσθε. Πάντα υμών εν αγάπη γινέσθω. Παρακαλώ δε υμάς, αδελφοί· οίδατε την οικίαν Στεφανά, ότι εστίν απαρχή της Αχαΐας και εις διακονίαν τοις αγίοις έταξαν εαυτούς· ίνα και υμείς υποτάσσησθε τοις τοιούτοις και παντί τω συνεργούντι και κοπιώντι. Χαίρω δε επί τη παρουσία Στεφανά και Φορτουνάτου και Αχαϊκού, ότι το υμών υστέρημα ούτοι ανεπλήρωσαν, ανέπαυσαν γαρ το εμόν πνεύμα και το υμών. Επιγινώσκετε ουν τους τοιούτους. Ασπάζονται υμάς αι εκκλησίαι της Ασίας. Ασπάζεται υμάς εν κυρίω πολλά Ακύλας και Πρίσκιλλα συν τη κατ’ οίκον αυτών εκκλησία. Ασπάζονται υμάς οι αδελφοί πάντες. Ασπάσασθε αλλήλους εν φιλήματι αγίω. Ο ασπασμός τη εμή χειρί Παύλου. Ει τις ου φιλεί τον Κύριον, ήτω ανάθεμα. Μαράν αθά. Η χάρις του Κυρίου Ιησού Χριστού μεθ’ υμών. Η αγάπη μου μετά πάντων υμών εν Χριστώ Ιησού· αμήν.

Νεοελληνική Απόδοση

Αδελφοί, αγρυπνείτε! Μένετε στερεοί  στην πίστη! Να είστε γενναίοι και δυνατοί.  Όλες τις πράξεις σας να τις εμπνέει η αγάπη. Έχω να σας ζητήσω κάτι, αδελφοί: Γνωρίζετε την οικογένεια του Στεφανά, που τα μέλη της υπήρξαν ο πρώτος καρπός του κηρύγματος στην Αχαΐα, κι αφιέρωσαν τον εαυτό τους στην υπηρεσία των πιστών. Γι’ αυτό κι εσείς πρέπει να ακούτε τέτοιους ανθρώπους καθώς και όποιον εργάζεται και κοπιάζει μαζί τους. Είμαι πολύ χαρούμενος από την παρουσία κοντά μου του Στεφανά, του Φουρτουνάτου και του Αχαϊκού, γιατί αυτοί αναπλήρωσαν το κενό της απουσίας σας. Μου ξεκούρασαν την ψυχή, όπως και τη δική σας. Σε τέτοιους ανθρώπους οφείλετε αναγνώριση. Σας στέλνουν χαιρετισμούς οι εκκλησίες της Ασίας. Πολλούς χριστιανικούς χαιρετισμούς σας στέλνουν ο Ακύλας και η Πρίσκιλλα και όλη η εκκλησία που συναθροίζεται σπίτι τους. Σας στέλνουν χαιρετισμούς όλοι οι αδελφοί. Χαιρετήστε ο ένας τον άλλο με αδελφικό φίλημα. Ο χαιρετισμός αυτός γράφεται από εμένα τον Παύλο με το ίδιο μου το χέρι. Όποιος δεν αγαπάει τον Κύριο Ιησού Χριστό ας είναι χωρισμένος από το σώμα της εκκλησίας. Μαράν αθά – ο Κύριος έρχεται! Η χάρη του Κυρίου Ιησού να είναι μαζί σας. Στο όνομα του Ιησού Χριστού που μας ενώνει, η αγάπη μου είναι μαζί με όλους σας. Αμήν.

Ερμηνεία

1)            Εισαγωγικά

Το αποστολικό ανάγνωσμα της Κυριακής ΙΓ’ Ματθαίου είναι παρμένο από την πρώτη προς Κορινθίους επιστολή και συγκεκριμένα από το κεφάλαιο 16 και στίχους 13 έως 24. Οι στίχοι αυτοί είναι οι καταληκτικοί, κάτι σαν επίλογος μπορούμε να πούμε, της πρώτης επιστολής του Αποστόλου Παύλου προς την κοινότητα της εκκλησίας της Κορίνθου. Η εκκλησιαστική κοινότητα που βρίσκεται στην Κόρινθο είναι αποτέλεσμα της ιεραποστολικής δράσης και της κήρυξης του Ευαγγελίου του Αποστόλου Παύλου στην περιοχή. Με άλλα λόγια ο ίδιος ο Θείος Παύλος ίδρυσε αυτή την εκκλησιαστική κοινότητα. Έχοντας αυτή την στενή ιδιότητα ο Απ. Παύλος με την κορινθιακή εκκλησία, οποιεσδήποτε απορίες δημιουργούνταν και αφορούσαν θέματα πίστεως, οι κορίνθιοι απευθύνονταν στον Παύλο για την επίλυσή τους. Αυτό ακριβώς αφήνεται να εννοηθεί ως αιτία συγγραφής αυτής της επιστολής. Εκφράστηκαν κάποιες απορίες, παρουσιάστηκαν κάποια προβλήματα και ο Απόστολος Παύλος γράφει αυτή την επιστολή για να τους δώσει κατευθύνσεις και λύσεις, να τους νουθετήσει και να τους συμβουλεύσει.

2)            Η ανθρώπινη επαφή και κοινωνία

Εμείς στον παρόν κείμενο θα καταπιαστούμε με το θέμα της ανθρώπινης επαφής παίρνοντας ως απαρχή το «Ασπάζονται υμάς οι αδελφοί πάντες. Ασπάσασθε αλλήλους εν φιλήματι αγίω [=Σας στέλνουν χαιρετισμούς όλοι οι αδελφοί. Χαιρετήστε ο ένας τον άλλο με αδελφικό φίλημα.]» (Α’ Κορ. 16, 20). Ο ασπασμός, το φίλημα δηλαδή μάγουλο με μάγουλο, και ο εναγκαλισμός, το αγκάλιασμα, ήταν ένα στοιχείο του ανθρώπου που χαρακτήριζε τις κοινωνικές και διανθρώπινες σχέσεις του ιδίου τόσο με τον πλησίον του, όσο και με τον μακράν του.

Ο εναγκαλισμός και ο ασπασμός ήταν χαρακτηριστική κίνηση που έκανε κάποιος με το που έβλεπε κάποιο γνωστό και πολύ αγαπητό του πρόσωπο. Έδειχνε μ’ αυτό τον τρόπο την χαρά, την ευτυχία και την πληρότητα που ένιωθε μόνο και μόνο με το που είδε αυτό το άλλο πρόσωπο, τον άλλο άνθρωπο και διά αυτού τον ίδιο το Θεό. Αυτή η κίνηση πληρότητας μας θυμίζει κατά πολύ το «εντολήν καινήν δίδωμι υμίν ίνα αγαπάτε αλλήλους, καθώς ηγάπησα υμάς ίνα και υμείς αγαπάτε αλλήλους.  Εν τούτω γνώσονται πάντες ότι εμοί μαθηταί εστε, εάν αγάπην έχητε εν αλλήλοις [= σας δίνω μια νέα εντολή, να αγαπάτε ο ένας τον άλλο. Όπως σας αγάπησα εγώ, να αγαπάτε κι εσείς ο ένας τον άλλο. Έτσι θα σας ξεχωρίζουν όλοι πως είστε μαθητές μου, αν έχετε αγάπη ο ένας για τον άλλο]» (Ιω. 13, 34 – 35). Άραγε επικρατεί κάτι αντίστοιχο μέχρι και σήμερα; Ισχύει αυτή η κατάσταση ακόμη ή όχι;

3)            Η περίοδος της «απρόσωπης κοινωνίας».

Η κατάσταση του σήμερα στο κοινωνικό επίπεδο και τις διαπροσωπικές και ανθρώπινες σχέσεις, χαρακτηρίζεται από πολλούς κοινωνιολόγους, ψυχολόγους και από άτομα με φιλοσοφικές ανησυχίες, ως «η περίοδος της απρόσωπης κοινωνίας». Με την τόσο απότομη και ραγδαία ανάπτυξη της τεχνολογίας, παρουσιάστηκαν στον άνθρωπο τόσα πολλά και ποικίλα μέσα επικοινωνίας, τόσες πολλές δυνατότητες επικοινωνίας με τον άλλο, με τον πλησίον. Δίνεται τώρα η ευκαιρία της επικοινωνίας με άτομα που υπό «κανονικές» συνθήκες δεν θα μπορούσαμε να επικοινωνήσουμε λόγω απόστασης, συνθηκών ζωής, διαφοράς ώρας και τοποθεσίας.

Όπως στο κάθε τι, υπάρχει η θετική και η αρνητική του πλευρά, έτσι υπάρχει και σ’ αυτή την κατάσταση που πραγματευόμαστε. Σταδιακά φθάσαμε από το επίπεδο της χρήσης, στο επίπεδο της κατάχρησης, από την κοινωνία στην α –κοινωνία, α – κοινωνησία και αποξένωση. Αυτό οδήγησε σε λανθασμένα και κακά αποτελέσματα. Το σκεπτικό της ανάπτυξης των τόσων πολλών και διαφόρων μέσων επικοινωνίας, χρησιμοποιώντας την συνεχώς αναπτυσσόμενη τεχνολογία, ήταν για να δοθεί στον άνθρωπο η δυνατότητα επικοινωνίας του με τον άλλο που –όπως έχουμε αναφέρει πιο πάνω-, προηγουμένως ήταν αδύνατο λόγω διαφόρων καταστάσεων. Φθάσαμε στο σημείο να ζούμε κυριολεκτικά «σε ένα άλλο κόσμο» με ψεύτικους «φίλους» μέσα σε ψεύτικες καταστάσεις και σχέσεις. Σιγά – σιγά ο άνθρωπος οδηγείται στην αλλοτρίωση της ανάγκης της ανθρώπινης επαφής, του εναγκαλισμού και βολεύεται στην επαφή διά μέσου της τεχνολογίας. Δεν είμαστε αντίθετοι στην χρήση της τεχνολογίας ή των διαφόρων μέσων επικοινωνίας, είμαστε αντίθετοι στην κατάχρηση της τεχνολογίας σε βάρος της ανθρώπινης επαφής. Χάνεται ή μπορούμε να πούμε μειώνεται βαθμιαία η έμφυτη ανάγκη του ανθρώπου να έρθει σε επαφή, να δει, να ακούσει από κοντά, να δει το πρόσωπό, να αγγίξει τον άλλο, τον συνάνθρωπο, τον «αδελφό εν Χριστώ» (Κολ. 1,2).

Ως καλή απάντηση και λύση στο όλο θέμα, θα μπορούσαμε να προβάλουμε την σχέση του ανθρώπου με τον άνθρωπο ως μέσω σωτηρίας. Πως είναι δυνατόν να επιθυμούμε τη σωτηρία μας αλλά να μην έχουμε επαφή με τον «Άλλο»; Να ζητούμε να νιώσουμε και να βιώσουμε τον Θεό, αλλά τον άνθρωπο που τον βλέπουμε και είναι δίπλα μας, να μην τον θέλουμε και να μην επιθυμούμε να έχουμε επαφή μαζί του. Είναι αδύνατον και αδιανόητο. Συν τοις άλλοις παραβιάζουμε  και την θεία εντολή «αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εν όλη τη καρδία σου και εν όλη τη ψυχή σου και εν όλη τη διανοία σου, αύτη εστί πρώτη και μεγάλη εντολή. Δευτέρα δε ομοία αυτή, αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν [=Ν’ αγαπάς τον Κύριο τον Θεό σου μ’ όλη την καρδία σου, μ’ όλη τη ψυχή σου και μ’ όλο τον νου σου. Αυτή είναι η πρώτη και πιο μεγάλη εντολή. Δεύτερη, εξίσου σπουδαία μ’ αυτή: ν’ αγαπάς τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου]» (Μτθ. 22, 37 – 39).

4)            Επίλογος – Σύμπερασμα

Για το λόγο τούτο, θα θέλαμε να κρατήσουμε το εξής: πρέπει πάντοτε στη ζωή του ο άνθρωπος να κάνει χρήση των πραγμάτων και όχι κατάχρηση ακολουθώντας και αυτό που πολύ σωστά έχει λεχθεί από τους προγόνους μας «μέτρον άριστον». Και εμείς όπως και οι παραλήπτες της επιστολής αυτής, οι χριστιανοί της Κορινθιακής εκκλησίας, να υλοποιήσουμε την προτροπή του Αποστόλου Παύλου των Εθνών όπως να «χαιρετούμε ο ένας τον άλλο με αδελφικό φίλημα» (Α’ Κορ. 16, 20). Γένοιτο.

Σχολιασμός

Μαράναθά: Ο Κύριος ήρθε.

Ο κύριος λόγος που χάνουμε την πορεία μας είναι γιατί δεν ζούμε το «μαράναθά».

 Ο Κύριος έκανε τόσα βήματα- άλματα από τον ουρανό να έρθει στην γη. Βγήκε από την απεριόριστη Του δόξα για να γευτεί τη δική μας κακία και διαστροφή χωρίς γογγυσμό. Ο σκοπός του ήταν να μας δείξει το πώς νικούμε την αμαρτία και τον και τον αρχεκακο. Όταν το συνειδητοποιούμε μας δημιουργείτε η διάπυρη επιθυμία να ανέβουμε για να Τον συναντήσουμε και να λάβουμε από Αυτόν την δύναμη να αγαπούμε αληθινά και ανόθευτα. Όταν αποκτήσουμε αίσθηση της παρουσίας Του, δηλαδή επίγνωση της θείας χάρης και της θείας αντίληψης τότε θέλουμε και εμείς να κάνουμε ότι έκανε. Διψούμε να βγούμε από την θέση μας για να συναντήσουμε τον συνάνθρωπο μας. Τότε ο γονέας θα βγει από την θέση του για να συναντήσει το παιδί του. Θα κατέλθει το αφεντικό για να συναντήσει τους υπηκόους τους. Θα σηκώνεται και ο διευθυντής της επιχείρησης για να συναντήσει τους υπαλλήλους του με διάθεση να συνδιαλλαγή μαζί τους και όχι να τους εξουθενώσει. Ο κάθε ένας που «νομίζει» ότι έχει μια θέση θα αντιληφθεί το πως θα την κάνει τρόπο και δρόμο σωτηρίας .

 Αν καταλάβει  και αισθανθεί ο σύζυγος την έννοια του «ΜΑΡΑΝΑΘΑ» τότε θα σταματήσει να υπηρετεί το εγώ του ,θα βρει την σύζυγο του και θα γνωρίσει όντως τον βαθύτερο της εαυτό. Είναι σαν να μπαίνει στην καρδιά της, στη σκέψη της, στα θέλω της. Είναι έτοιμος να την κατανοήσει και να την αγαπήσει. Χωρίς να της ζητά τίποτα. Ο Χριστός διήλθε τη γη, θεραπεύοντας και ευεργετώντας τους ανθρώπους. Παρομοίως και ο χριστιανός άνδρας προς την γυναίκα του θα κάνει το ίδιο. Θα ενσκύψει στις ανάγκες της. Τότε αυτή συγκινείται και αρχίζει να ανταποδίδει την αγάπη αυτή. Βεβαιώνεται μέσα της ότι ο άνδρας της την αγαπά και γι’ αυτό φοβάται μην τον χάσει.

 Βλέπουμε λοιπόν ότι το «Μαράναθά», που είναι Εβραϊκή λέξη, είναι βασική και θεμελιώδης αξία στην ψυχοθεραπεία του ανθρώπου. Είναι η αίσθηση ότι ο «Κύριος ήρθε». Γρανιτώνεται μέσα του η θεια παρουσία. Δεν είναι πλέον μόνος. Ο Θεός πατέρας τον καλεί σε μια εφικτή σχέση. Είναι εδώ. Ενώνεται μαζί του και αποκτά το Σώμα και το Αίμα Του. Το κέντρο της ύπαρξης του είναι ο Κύριος. Γίνεται αδελφός του ο Χριστός, άρα και πατέρας του ο Θεός. Κληρονόμος ο Χριστός, ο κατά φύση Υιός και συγκληρονόμος άνθρωπος ο «υιοθετημένος».

 Ο υπέρ πλούσιος σε αγάπη Θεός μας αγάπησε τόσο πολύ, ώστε θυσίασε για εμάς τον Υιό Του. Όταν ο άνθρωπος αντιληφθεί την είσοδο του Θεού στην ζωή του, τότε η καρδία του σπάει, λυγίζει και ζητά να γνωρίσει την Παναγάπη του Θεού. Όσο ανοίγει τα σκοτισμένα του μάτια του τόσο σπάει η σκληροκαρδία του και αρχίζει να αγαπά, να συγχωρά χωρίς προϋποθέσεις. Τότε αρχίζει να σώζεται. «Μαράναθά».

Share the Post: