Ηλιάνας Κάουρα, θεολόγου
Πρωτότυπο Κείμενο
Ἀδελφοί, πίστει παρῴκησεν Ἀβραὰμ εἰς τὴν γῆν τῆς ἐπαγγελίας ὡς ἀλλοτρίαν, ἐν σκηναῖς κατοικήσας μετὰ Ἰσαὰκ καὶ Ἰακὼβ τῶν συγκληρονόμων τῆς ἐπαγγελίας τῆς αὐτῆς· ἐξεδέχετο γὰρ τὴν τοὺς θεμελίους ἔχουσαν πόλιν, ἧς τεχνίτης καὶ δημιουργὸς ὁ Θεός. Καὶ τί ἔτι λέγω; ἐπιλείψει γάρ με διηγούμενον ὁ χρόνος περὶ Γεδεών, Βαράκ τε καὶ Σαμψὼν καὶ Ἰεφθάε, Δαυΐδ τε καὶ Σαμουὴλ καὶ τῶν προφητῶν, οἳ διὰ πίστεως κατηγωνίσαντο βασιλείας, εἰργάσαντο δικαιοσύνην, ἐπέτυχον ἐπαγγελιῶν, ἔφραξαν στόματα λεόντων, ἔσβεσαν δύναμιν πυρός, ἔφυγον στόματα μαχαίρας, ἐνεδυναμώθησαν ἀπὸ ἀσθενείας, ἐγενήθησαν ἰσχυροὶ ἐν πολέμῳ, παρεμβολὰς ἔκλιναν ἀλλοτρίων· ἔλαβον γυναῖκες ἐξ ἀναστάσεως τούς νεκροὺς αὐτῶν· ἄλλοι δὲ ἐτυμπανίσθησαν, οὐ προσδεξάμενοι τὴν ἀπολύτρωσιν, ἵνα κρείττονος ἀναστάσεως τύχωσιν· ἕτεροι δὲ ἐμπαιγμῶν καὶ μαστίγων πεῖραν ἔλαβον, ἔτι δὲ δεσμῶν καὶ φυλακῆς· ἐλιθάσθησαν, ἐπρίσθησαν, ἐπειράσθησαν, ἐν φόνῳ μαχαίρας ἀπέθανον, περιῆλθον ἐν μηλωταῖς, ἐν αἰγείοις δέρμασιν, ὑστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι, ὧν οὐκ ἦν ἄξιος ὁ κόσμος, ἐν ἐρημίαις πλανώμενοι καὶ ὄρεσι καὶ σπηλαίοις καὶ ταῖς ὀπαῖς τῆς γῆς. Καὶ οὗτοι πάντες μαρτυρηθέντες διὰ τῆς πίστεως οὐκ ἐκομίσαντο τὴν ἐπαγγελίαν, τοῦ Θεοῦ περὶ ἡμῶν κρεῖττόν τι προβλεψαμένου, ἵνα μὴ χωρὶς ἡμῶν τελειωθῶσι.
Νεοελληνική Απόδοση
Αδελφοί, με πίστη ο Αβραάμ εγκαταστάθηκε στη γη που του είχε υποσχεθεί ο Θεός, ξένος σε άγνωστη χώρα, ζώντας σε σκηνές με τον Ισαάκ και τον Ιακώβ, που κι αυτοί ήταν κληρονόμοι της ίδιας υποσχέσεως. Κι αυτό, γιατί περίμενε την πόλη που θα είχε στέρεα θεμέλια και που αρχιτέκτονας και δημιουργός της θα ήταν ο Θεός. Χρειάζεται να συνεχίσω; Δεν θα με πάρει ο χρόνος να διηγηθώ για τον Γεδεών, τον Βαράκ, τον Σαμψών, τον Ιεφθάε, τον Δαβίδ, τον Σαμουήλ και τους προφήτες. Με την πίστη κατατρόπωσαν βασίλεια, επέβαλαν το δίκαιο, πέτυχαν την πραγματοποίηση των υποσχέσεων του Θεού, έφραξαν στόματα λεόντων· έσβησαν τη δύναμη της φωτιάς, διέφυγαν τη σφαγή, έγιναν από αδύνατοι ισχυροί, αναδείχτηκαν ήρωες στον πόλεμο, έτρεψαν σε φυγή εχθρικά στρατεύματα· γυναίκες ξαναπήραν πίσω στη ζωή τους ανθρώπους τους, κι άλλοι βασανίστηκαν ως το θάνατο, χωρίς να δεχτούν την απελευθέρωσή τους, γιατί πίστευαν ότι μπορούσαν ν’ αναστηθούν σε μια καλύτερη ζωή. Άλλοι δοκίμασαν εξευτελισμούς και μαστιγώσεις, ακόμη και δεσμά και φυλακίσεις. Λιθοβολήθηκαν, πριονίστηκαν, πέρασαν δοκιμασίες, θανατώθηκαν με μαχαίρι, περιπλανήθηκαν ντυμένοι με προβιές και κατσικίσια δέρματα, έζησαν με στερήσεις, υπέφεραν καταπιέσεις, θλίψεις και κακουχίες – ο κόσμος δεν ήταν άξιος να ‘χει τέτοιους ανθρώπους – πλανήθηκαν σε ερημιές και βουνά, σε σπηλιές και σε τρύπες της γης. Όλοι οι παραπάνω, παρά την καλή μαρτυρία της πίστης τους, δεν πήραν ό,τι τους υποσχέθηκε ο Θεός. Αυτός είχε προβλέψει κάτι καλύτερο για μας, έτσι ώστε να μη φτάσουν εκείνοι στην τελειότητα χωρίς εμάς.
Σχολιασμός
Η συγκεκριμένη Κυριακή, η οποία προηγείται των Χριστουγέννων, ονομάζεται Κυριακή προ της Χριστού Γεννήσεως και αποτελεί την κορύφωση της προετοιμασίας και τον προάγγελο της μεγάλης εορτής της Γεννήσεως του Χριστού, που κατά τον Άγιο Ιωάννη το Χρυσόστομο είναι «η μητρόπολις» των εορτών, γιατί το γεγονός που γιορτάζουμε κατ΄αυτή είναι η προϋπόθεση όλων των άλλων σταθμών της σωτηρίας μας. Αν δεν γεννιόταν ο Χριστός ούτε θα βαφτιζόταν, ούτε θα δίδασκε και θα θαυματουργούσε, ούτε θα έπασχε και θα ανασταινόταν. Ήδη με τη γέννηση του Χριστού η σωτηρία του γένους μας έχει δυνάμει συντελεσθεί. Η θεία και η ανθρώπινη φύση έχουν ενωθεί εν Χριστώ. Ο Θεός και άνθρωπος Ιησούς Χριστός αποτελεί την ζώσαν εικόνα και την εγγύηση της μελλοντικής εν Χριστώ ανακεφαλαιώσεως των πάντων. Τα αναγνώσματα της ημέρας περιέχουν πολλά εβραϊκά ονόματα, τα οποία αποτελούν μια αλυσίδα με πρώτο κρίκο τον Αδάμ και τελευταίο το δίκαιο Ιωσήφ και σύμφωνα με το συναξάρι της ημέρας, επιτελούμε την μνήμη όλων αυτών, οι οποίοι με τις πράξεις τους ευαρέστησαν το Θεό.
Προφητείες για τη γέννηση του Χριστού έχουμε πολλές. Ολόκληρη η Παλαιά Διαθήκη είναι γραμμένη για να αναγγείλει τον ερχομό του Σωτήρα Χριστού. Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης γράφει πως «φανερώς οι θείοι προφήτες δια πνεύματος αγίου επροφήτευσαν την ένσαρκον παρουσίαν του Εμμανουήλ».
Τις προφητείες για τη γέννηση του Χριστού τις ακούμε πολύ συχνά κατά την περίοδο των Χριστουγέννων στην υμνολογία της Εκκλησίας μας, «νυν προφητική πρόρρησις, πληρωθήναι επείγειται, μυστικώς η φάσκουσα. Και συ Βηθλεέμ γη Ιούδα, ουδαμώς υπάρχεις ελαχίστη εν τοις ηγεμόσι» (τροπάριο της Α’ ώρας της εορτής) που μας θυμίζει την προφητεία του Μιχαίου (5, 1-3). Επίσης σε άλλο τροπάριο ο ποιητής, αφού περιγράψει το γεγονός της γεννήσεως του Χριστού, θα καταλήξει: «τότε των προφητών εκπληρούτο το κήρυγμα» (Δοξαστικό των αποστίχων της εορτής), δηλαδή εκπληρώθηκε το κήρυγμα των προφητών που μίλησαν για τη γέννηση του Θεανθρώπου. Στο συγκεκριμένο αποστολικό ανάγνωσμα ο απὀστολος Παύλος αναφέρει τους προφήτες οι οποίοι προανήγγειλαν «το της ευσεβείας μυστήριον» (Α’ Τιμ. 3,16). Οι πνευματοφόροι αυτοί άνδρες, εξαιτίας της πίστεως που είχαν για το Θεό, υπέστησαν πολλά, «υστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι (Εβρ. 11,37). Παρ’ όλες τις ταλαιπωρίες «ουκ εκομίσαντο την επαγγελίαν, του Θεού περί ημών κρειττόν τι προβλεψαμλενου» (Εβρ. 11,39) Την τελείωση των ανθρώπων την προκάλεσε η γέννηση του Ιησού Χριστού, ενώ την προετοιμασία του γένους μας να δεχτεί τον Κύριο την ανέλαβαν και την πραγματοποίησαν οι προφήτες.
Οι προφήτες λοιπόν της Παλαιάς Διαθήκης που μίλησαν για την έλευση του Κυρίου στον κόσμο ήταν όργανα του Θεού. Είναι μυστήριο πως «την μήπω αποτελεσθείσα βουλήν του Θεού» (Γρηγόριος ο Παλαμάς), την είχαν γνωρίσει και αναγγείλει στον κόσμο. Στην Παλαιά Διαθήκη ο Χριστός αποκάλυπτε τον εαυτό του «ασάρκως», με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος στους προφήτες. Αργότερα εμφανίστηκε και «ενσάρκως». Οι προφήτες, λέει ο Μέγας Βασίλειος, έγιναν κάτοπτρα της θείας ενέργειας. Οι προφήτες ονομάζονταν «οι έμπροσθεν βλέποντες», επειδή έβλεπαν ως παρόντα τα μέλλοντα.
Οι προφητείες όπως αναφέραμε που αφορούν στη γέννηση του Ιησού είναι πολλές. Ο προφήτης Ιερεμίας στο βιβλίο του Βαρούχ γράφει: «Μετά τούτο επί της γης ώφθη και τοις ανθρώποις συναναστράφη» (3,38). Παρουσιάζεται εδώ ο Κύριος να συναναστρέφεται και να έχει επικοινωνία με τους ανθρώπους. Ο προφήτης Αββακούμ μας δίνει λεπτομέρειες από το γεγονός της θείας ενσαρκώσεως: «Κύριε εισακήκοα την ακοήν σου και εφοβήθην, κατενόησα τα έργα σου και εξέστην. Εν μέσω δύο ζώων γνωσθήσθη…»(3,2). Ο Χριστός θα αναγνωρισθεί ανάμεσα σε δύο ζώα, που θα φανερώσουν την ταπείνωσή του. Πολλές οι προφτείες της Παλαιάς Διαθήκης, στις οποίες μπορούμε να ανατρέξουμε…
Εάν οι προφήτες με εκείνα τα σημάδια της παρουσίας του Θεού, έπαιρναν δύναμη και αψηφούσαν «στόματα λεόντων, δύναμιν πυρός, παρεμβολάς αλλοτροίων», πολύ περισσότερο εμείς μέσα στην Εκκλησία, που έχουμε ζωντανή την παρουσία του Κυρίου και ενωνόμαστε μαζί του με το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, «ουδέν δει λοιπόν δεδοικέναι, ουδέν τρεμείν, αλλ’ υπέρ απάντων θαρρείν» (αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος). Δεν ζούμε μέσα στην αβεβαιότητα της αναμονής εμείς αλλά μέσα στη χαρά της παρουσίας του Κυρίου.
Σχολιασμός
Η συγκεκριμένη Κυριακή, η οποία προηγείται των Χριστουγέννων, ονομάζεται Κυριακή προ της Χριστού Γεννήσεως και αποτελεί την κορύφωση της προετοιμασίας και τον προάγγελο της μεγάλης εορτής της Γεννήσεως του Χριστού, που κατά τον Άγιο Ιωάννη το Χρυσόστομο είναι «η μητρόπολις» των εορτών, γιατί το γεγονός που εορτάζομε κατ᾿ αυτή είναι η προϋπόθεση όλων των άλλων σταθμών της σωτηρίας μας. Αν δεν γεννιόταν ο Χριστός ούτε θα βαφτιζόταν, ούτε θα δίδασκε και θα θαυματουργούσε, ούτε θα έπασχε και θα ανασταινόταν. Ήδη με τη γέννηση του Χριστού η σωτηρία του γένους μας έχει δυνάμει συντελεσθεί. Η θεία και η ανθρώπινη φύση έχουν ενωθεί εν Χριστώ. Ο Θεός και άνθρωπος Ιησούς Χριστός αποτελεί την ζώσαν εικόνα και την εγγύηση της μελλοντικής εν Χριστώ ανακεφαλαιώσεως των πάντων. Τα αναγνώσματα της ημέρας περιέχουν πολλά εβραϊκά ονόματα, τα οποία αποτελούν μια αλυσίδα με πρώτο κρίκο τον Αδάμ και τελευταίο το δίκαιο Ιωσήφ και σύμφωνα με το συναξάρι της ημέρας, επιτελούμε την μνήμη όλων αυτών, οι οποίοι με τις πράξεις τους ευαρέστησαν το Θεό.
Το αποστολικό μας ανάγνωσμα προέρχεται από την προς Εβραίους επιστολή του Αποστόλου Παύλου. Πρόκειται για την περικοπή όπου εξαίρεται η πίστη του Πατριάρχη Αβραάμ, καθώς και άλλων επιφανών ανδρών της Παλαιάς Διαθήκης.
Η πίστη του Αβραάμ φανερώθηκε όταν τον κάλεσε ο Θεός να εξέλθει από την πατρική του γη και την οικογένειά του και να πάει να κατοικήσει εκεί που θα του υποδείκνυε ο ίδιος ο Θεό. Ο Αβραάμ το δέχτηκε χωρίς καν να ρωτήσει ποιος θα ήταν ο τόπος κατοικίας του και χωρίς τον παραμικρό δισταγμό. Με πυξίδα την πίστη και απόλυτη υπακοή, έφυγε από το σπίτι του λαμβάνοντας την υπόσχεση από το Θεό ότι θα αναδείκνυε τον εκλεκτό λαό από το γένος του. (Γεν. 12, 1-3). Με απόλυτη πίστη και εμπιστοσύνη στο Θεό ο Αβραάμ κατοίκησε εκεί όπου του υπέδειξε, χωρίς να θεωρήσει ότι ήταν και πάλι η μόνιμη του κατοικία, αλλά ανέμενε την εκπλήρωση των επαγγελιών, των υποσχέσεων του Θεού και την έλευση του Μεσσία Ιησού Χριστού στον οποίο ανήκει η ουράνια και αιώνια Ιερουσαλήμ.
Ο Αβραάμ δείχνει απόλυτη εμπιστοσύνη και αποδοχή αυτών που αποκαλύπτει ο Θεός χωρίς να περιμένει ανταλλάγματα γιατί είχε πάντα την αίσθηση του παρεπίδημου, δηλαδή του περαστικού και του προσωρινού. Η έγνοια του ήταν στην ουράνια πατρίδα, όπου και να πήγαινε αισθανόταν την στοργική αγκαλιά του Θεού και την αγάπη Του, γι αυτό δεν τον ένοιαζε αν θα άλλαζε τον τόπο διαμονής του, το οποίο ήταν ένα από τα πολλά που του ζητήθηκαν να θυσιάσει. Η αποστολική περικοπή αναφέρει στη συνέχεια από τη ροή της Ιεράς Ιστορίας περιστατικά ζώσης και θαυματουργικής πίστεως των ανθρώπων. Η δύναμη της πίστεως υπερβαίνει και νικάει όλους τους πειρασμούς, τους διωγμούς, τις αρρώστιες, τις φυλακίσεις, τους λιθοβολισμούς, τις θλίψεις, τις κακουχίες. Σε όλο λοιπόν το αποστολικό ανάγνωσμα της ημέρας γίνεται αναφορά σε μια σειρά γεγονότων πίστεως, με τα οποία οι άνθρωποι τούτοι δίκαια και έμπρακτα αποδείχθηκαν αφοσιωμένοι στο Θεό. Εξαίρεται η πίστη επιφανών ανδρών της Παλαιάς Διαθήκης, οι οποίοι υπέμειναν θλίψεις, διωγμούς, στερήσεις και βασανιστήρια για την πίστη τους στον αληθινό Θεό. Οι άνθρωποι αυτοί «Ελιθάσθησαν, επρίσθησαν, επειράσθησαν, εν φόνω μαχαίρας απέθανον, περιήλθον εν μηλωταίς, εν αιγείοις δέρμασιν, υστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι, ων ουκ ην άξιος ο κόσμος, ερημίαις πλανώμενοι και όρεσι και σπηλαίοις και ταις οπαίς της γής». Ο απόστολος Παύλος αναφέρεται ονομαστικά σε μερικούς από αυτούς, όπως στο Γεδεών, τον Σαμψών, το βασιλέα Δαυίδ και άλλους. Μάλιστα αναφέρει ο Παύλος ότι ο κόσμος δεν είναι άξιος να έχει τέτοιους ανθρώπους δίκαιους. Όταν μιλά για «κόσμο» εννοεί τον κόσμο της φθοράς και της πτώσεως.
Οι σύγχρονοι τώρα άνθρωποι οι οποίοι ζούμε σε μιαν εποχή στην οποία όλα είναι όλα πιο εύκολα, δεν κινδυνεύουμε ούτε από εξευτελισμούς και μαστιγώσεις, δεσμά και φυλακίσεις λιθοβολισμούς, δοκιμασίες, στερήσεις, καταπιέσεις, θλίψεις και κακουχίες, παρά μόνο απολαμβάνουμε τις πλούσιες δωρεές του Θεού, εν τούτοις, δε δείχνουμε αυτή την απόλυτη εμπιστοσύνη την οποία έδειχνε ο Αβραάμ, την αφοσίωση στο Θεό και το θέλημά του, χωρίς να ζητάμε ανταλλάγματα. Αντίθετα γογγύζουμε σε κάθε δοκιμασία, ζητάμε να μάθουμε το γιατί σε όλα όσα μας συμβαίνουν χωρίς να λέμε, ας γίνει το θέλημα Σου, όπως ακριβώς έπραξε ο Αβραάμ.


