Αρχιμ. Αυγουστίνου Κκαρά
Πρωτότυπο Κείμενο
Ἀδελφοί, ἔχοντες ἀρχιερέα μέγαν διεληλυθότα τοὺς οὐρανούς, ᾿Ιησοῦν τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ, κρατῶμεν τῆς ὁμολογίας. Οὐ γὰρ ἔχομεν ἀρχιερέα μὴ δυνάμενον συμπαθῆσαι ταῖς ἀσθενείαις ἡμῶν, πεπειραμένον δὲ κατὰ πάντα καθ’ ὁμοιότητα χωρὶς ἁμαρτίας. Προσερχώμεθα οὖν μετὰ παρρησίας τῷ θρόνῳ τῆς χάριτος, ἵνα λάβωμεν ἔλεον καὶ χάριν εὕρωμεν εἰς εὔκαιρον βοήθειαν. Πᾶς γὰρ ἀρχιερεὺς ἐξ ἀνθρώπων λαμβανόμενος ὑπὲρ ἀνθρώπων καθίσταται τὰ πρὸς τὸν Θεόν, ἵνα προσφέρῃ δῶρά τε καὶ θυσίας ὑπὲρ ἁμαρτιῶν, μετριοπαθεῖν δυνάμενος τοῖς ἀγνοοῦσι καὶ πλανωμένοις, ἐπεὶ καὶ αὐτὸς περίκειται ἀσθένειαν· καὶ διὰ ταύτην ὀφείλει, καθὼς περὶ τοῦ λαοῦ, οὕτω καὶ περὶ ἑαυτοῦ προσφέρειν ὑπὲρ ἁμαρτιῶν. Καὶ οὐχ ἑαυτῷ τις λαμβάνει τὴν τιμήν, ἀλλὰ καλούμενος ὑπὸ τοῦ Θεοῦ, καθάπερ καὶ Ἀαρών. Οὕτω καὶ ὁ Χριστὸς οὐχ ἑαυτὸν ἐδόξασε γενηθῆναι ἀρχιερέα, ἀλλ’ ὁ λαλήσας πρὸς αὐτόν· υἱός μου εἶ σύ, ἐγὼ σήμερον γεγέννηκά σε· καθὼς καὶ ἐν ἑτέρῳ λέγει· σὺ ἱερεὺς εἰς τὸν αἰῶνα κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδέκ.
Νεοελληνική Απόδοση
Αδελφοί, ας κρατήσουμε, σταθερά την πίστη που ομολογούμε. Γιατί έχουμε μέγαν αρχιερέα, τον Ιησού, τον Υιό του Θεού, που έφτασε ως το θρόνο του Θεού. Δεν έχουμε αρχιερέα που να μην μπορεί να συμμεριστεί τις αδυναμίες μας. Αντίθετα, έχει δοκιμαστεί σε όλα, επειδή έγινε άνθρωπος σαν κι εμάς, χωρίς όμως να αμαρτήσει. Ας πλησιάσουμε, λοιπόν, με θάρρος το θρόνο της χάριτος του Θεού, για να μας σπλαχνιστεί και να μας δωρίσει τη χάρη του, την ώρα που τη χρειαζόμαστε. Κάθε αρχιερέας που προέρχεται από ανθρώπους, εγκαθίσταται για να υπηρετεί το Θεό για χάρη τους και για να προσφέρει δώρα και θυσίες για τις αμαρτίες τους. Είναι σε θέση να δείχνει ανοχή σ’ όσους ζουν στην άγνοια και στην πλάνη, αφού κι ο ίδιος έχει ανθρώπινες αδυναμίες. Εξαιτίας τους είναι υποχρεωμένος να προσφέρει, όπως για το λαό, έτσι και για τον εαυτό του, θυσίες για τη συγχώρηση των αμαρτιών. Επίσης, κανένας δεν παίρνει μόνος του αυτή την τιμή, αλλά όταν τον καλέσει ο Θεός, όπως ακριβώς κάλεσε τον Ααρών. Έτσι κι ο Χριστός, δεν τίμησε ο ίδιος τον εαυτό του με το αξίωμα του αρχιερέα, αλλά του το έδωσε εκείνος που του είπε: «Εσύ είσαι ο Υιός μου, εγώ σήμερα σε γέννησα». Σ’ ένα άλλο σημείο η Γραφή λέει: «Εσύ είσαι ιερέας για πάντα όπως ο Μελχισεδέκ».
Σχολιασμός
Σήμερα Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως η Αγία μας Εκκλησία προβάλλει με καύχημα μπροστά μας τον Τίμιο Σταυρό, πάνω στον οποίο ο Χριστός πρόσφερε μοναδική και ανεπανάληπτη θυσία, ανοίγοντας το δρόμο για τη σωτηρία και τη Θέωση του ανθρωπίνου γένους. Ο Σταυρός, το ατιμωτικό αυτό σύμβολο στον Ιουδαϊκό κόσμο, πάνω στον οποίο εξοντώνονταν οι κακοποιοί εκείνης της εποχής έγινε για μας τους Χριστιανούς πηγή ζωής και αγιασμού.
Πάνω στο Σταυρό ο Χριστός θυσιαζόμενος αποκαλύφθηκε σε εμάς ως ο μόνος και πραγματικός Αρχιερεύς. Για αυτό και το σημερινό αποστολικό ανάγνωσμα αναφέρεται στο μεγάλο αυτό μυστήριο της Αρχιεροσύνης του Χριστού.
Ο Απόστολος Παύλος τονίζει εμφαντικά ότι έχουμε μεγάλο Αρχιερέα. Αυτός μετά το σταυρικό πάθος, την Ανάσταση και την Ανάληψη, έχει επιστρέψει στους ουρανούς και στον θρόνο του Θεού. Εκεί καλεί και περιμένει τον κάθε ένα από εμάς προκειμένου να τον ακολουθήσουμε όχι μόνο σε μια επίγεια πορεία αλλά σε μια πορεία επίγεια αρχικά αλλά με την ολοκλήρωσή της στους ουρανούς. Γνωρίζει ο Μέγας Αρχιερεύς τα πάθη και τις αδυναμίες μας και όλα όσα μας ταλαιπωρούν. Άλλωστε και ο ίδιος ως άνθρωπος αντιμετώπισε στην γη πειρασμούς και δοκιμασίες, χωρίς όμως να αμαρτήσει. Για αυτό καθήκον και χρέος του ανθρώπου σύμφωνα με τους νόμους του Αποστόλου είναι να πλησιάζουμε με εμπιστοσύνη τον Χριστό ούτως ώστε να συγχωρεθούμε για τις αμαρτίες μας και να λάβουμε έλεος και χάρη.
Ο Χριστός με το Σταυρικό του πάθος βάσταξε τις αμαρτίες όλων μας, σαν να ήταν ο μεγαλύτερος κακοποιός. Ο αναμάρτητος δέχθηκε τόσους πειρασμούς. Γνωρίζει πολύ καλά τον άνθρωπο, τις δοκιμασίες του, και τις αδυναμίες του και μας περιμένει να μας συναντήσει μέσα στα μυστήρια της Εκκλησίας, στην ιερά εξομολόγηση και στην Θεία Ευχαριστία.
Ο Απόστολος αναφέρει ότι στην Ιουδαϊκή Ιεροσύνη κατά την τέλεση της λατρείας ο Αρχιερέας προσφέρει θυσίες όχι μόνο για τις αμαρτίες του λαού αλλά και τις δικές του. Ο Ααρών κλήθηκε από τον Θεό να γίνει Αρχιερέας. Δεν πήρε μόνος του αυτή την μεγάλη τιμή, αλλά κλήθηκε από τον Θεό. Έτσι επειδή εναρμόνισε το θέλημά του με το θέλημα του Θεού και αποδέχθηκε την κλήση που του απηύθυνε ο Θεός, δοξάστηκε.
Ο Χριστός δοξάστηκε ως άνθρωπος με θεϊκή δόξα από τον Θεό πατέρα, επειδή ακριβώς έδειξε υπακοή μέχρι θανάτου. Για αυτό ακριβώς του έδωσε εξουσία στα επουράνια και στα επίγεια ώστε όλα τα λογικά όντα να τον αναγνωρίσουν αυτός είναι ο Κύριος του ουρανού και της γης.
Ο δρόμος του Χριστιανού είναι ανηφορικός στο τέλος όμως ανατέλλει λαμπροφόρα η ανάσταση. Ο Χριστιανός καλείτε να μιμηθεί την σταυρική πορεία του Ιησού, να δεχθεί ακόμα και αδικίες, θλίψεις και στερήσεις. Ο σύγχρονος Άγιος των ημερών μας Παΐσιος, τονίζει ότι ο άνθρωπος του Θεού δέχεται την αδικία για αυτό και στο τέλος δοξάζεται από τον Θεό.
Ο Ιησούς Χριστός είναι ο μέγας αρχιερέας
Η τρίτη Κυριακή των Νηστειών είναι αφιερωμένη στον Τίμιο Σταυρό. Η Εκκλησία προβάλλει ενώπιόν μας τον Τίμιο Σταυρό του Ιησού Χριστού και μας υπενθυμίζει τη σταυρική του θυσία για τη δική μας σωτηρία. Η αποστολική περικοπή της ημέρας προέρχεται από την Προς Εβραίους Επιστολή του Αποστόλου Παύλου και διαπραγματεύεται το αρχιερατικό αξίωμα του Ιησού Χριστού. Ο Ιησούς Χριστός ως ο Μέγας Αρχιερέας είναι Εκείνος που προσέφερε τον εαυτό του θυσία πάνω στο Σταυρό για τη σωτηρία όλου του ανθρωπίνου γένους. Η αρχιερωσύνη της Παλαιάς Διαθήκης ήταν ο τύπος και η προτύπωση της αρχιερωσύνης του Ιησού Χριστού. Ωστόσο ο Ιησούς Χριστός μένει «εις τον αιώνα» ως ο μαναδικός Αρχιερέας και μεσίτης της νέας Διαθήκης.
Ο Ιησούς Χριστός, λοιπόν, είναι ο Μέγας Αρχιερέας γιατί θυσίασε τον εαυτό του για την άφεση των αμαρτιών των ανθρώπων, αλλά και γιατί είναι ο Υιός του Θεού, «έχοντες ουν αρχιερέα μέγαν διεληλυθότα τους ουρανούς, Ιησούν τον υιόν του Θεού». Η χρήση του πληθυντικού αριθμού για τον ουρανό δεν είναι άγνωστη στην Αγία Γραφή. Ο Ιησούς Χριστός κατά τον Απόστολο Παύλο έγινε «υψηλότερος των ουρανών» (Εβρ.7,26) και «εκάθισεν εν δεξιά του θρόνου της μεγαλωσύνης εν τοις ουρανοίς» (Εβρ.8,1). Με τις εκφράσεις αυτές τονίζεται η δόξα του Αναστημένου Χριστού, ο οποίος μετά την Ανάσταση και Ανάληψή του στους ουρανούς έγινε ο μεσίτης μεταξύ Θεού και ανθρώπων. Στην Παλαιά Διαθήκη ο Προφήτης Μωυσής δεν κατόρθωσε να εισέλθει στην γη της επαγγελίας, ούτε και να εισαγάγει ο ίδιος το λαό του Θεού σε αυτήν. Αντίθετα ο Ιησούς Χριστός, φέροντας και την ανθρώπινη φύση, κατόρθωσε να ανεβάσει τον άνθρωπο στους ουρανούς και να του δώσει τη δυνατότητα να γίνει μέτοχος της Βασιλείας του Θεού. Αυτή είναι η «ομολογία» που κατά τον Απόστολο Παύλο οφείλουμε να «κρατώμεν», είναι η ομολογία πίστεως στον Ιησού Χριστό, ότι δηλαδή αυτός είναι ο Υιός του Θεού, ο λυτρωτής του κόσμου.
Παρά το γεγονός ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο Μέγας Αρχιερέας, εντούτοις δεν παύει να αντιμετωπίζει με συμπάθεια και φιλανθρωπία τις αδυναμίες μας: «Ου γαρ έχομεν αρχιερέα μη δυνάμενον συμπαθήσαι ταις ασθενείαις ημών». Ο Ιησούς Χριστός βλέπει με συμπάθεια και ευσπλαχνία τις ατέλειες και αδυναμίες μας, γιατί ακριβώς γνωρίζει την ανθρώπινη φύση μας. Ο ίδιος στην επί γης πορεία και δράση του υπέμεινε πειρασμούς, όπως υπομένει και ο καθένας από εμάς: «πεπειρασμένον δε κατά πάντα καθ΄ ομοιότητα χωρίς αμαρτίας». Στην ομοιότητα του Ιησού Χριστού μαζί μας, υπάρχει μία ουσιαστική διαφορά, η αμαρτία. Ο Ιησούς Χριστός δηλαδή υπήρξε όμοιος με εμάς κατά πάντα, όμως «χωρίς αμαρτίας». Εμείς εξαιτίας της αδυναμίας μας υποκύπτουμε στους πειρασμούς και αμαρτάνουμε, ο Ιησούς Χριστός όμως παρέμεινε ανυποχώρητος στους πειρασμούς και αναμάρτητος. Αυτό βέβαια δεν τον έκανε να βλέπει με σκληρότητα και ασπλαχνία – όπως εμείς το πράττουμε πολλές φορές – τους ανθρώπους που υποκύπτουν σε πειρασμούς. Η επιείκεια και η ευσπλαχνία είναι το χαρακτηριστικό του Μεγάλου Αρχιερέως Ιησού Χριστού.
Ο εύσπλαχνος, φιλάνθρωπος και επιεικής Ιησούς Χριστός είναι έτοιμος πάντοτε να δεχτεί και να βοηθήσει τον αμαρτωλό άνθρωπο. Η πίστη και η βεβαιότητα στη συμπάθεια και ευσπλαχνία του, μας δίνει το θάρρος να «προσερχώμεθα τω θρόνω της χάριτος», για να λάβουμε την άφεση των αμαρτιών και να μπορούμε να μετέχουμε στη χάρη του Θεού: «ίνα λάβωμεν έλεον και χάριν εύρωμεν». Ο Ιησούς Χριστός διάκειται απέναντί μας με συμπάθεια, ευσπλαχνία και επιείκεια, αλλά αναμένει και τη δική μας κίνηση προς αυτόν. «Πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν» (Α΄Τιμοθ.2,4), ωστόσο δεν αναγκάζει ποτέ κανένα «όστις θέλει οπίσω μου ακολουθείν» (Μαρκ.8,34).
Ο Απόστολος Παύλος μετά τις διαπιστώσεις αυτές για τον Μεγάλο Αρχιερέα Ιησού Χριστό, προχωρεί σε μια σύγκρισή του με τους αρχιερείς της Παλαιάς Διαθήκης, ξεκινώντας πρώτα από τα κοινά σημεία, ενώ στη συνέχεια υπογραμμίζει τα στοιχεία εκείνα, τα οποία ο Ιησούς Χριστός διαθέτει αποκλειστικά και μόνο ο ίδιος. Το πρώτο κοινό στοιχείο με τους αρχιερείς της Παλαιάς Διαθήκης είναι ότι κάθε αρχιερέας λαμβάνεται ανάμεσα από τους ανθρώπους, είναι δηλαδή και αυτός άνθρωπος. Ο Ιησούς Χριστός με την ενανθρώπησή του, έλαβε την ανθρώπινη φύση, άρα ήταν και άνθρωπος. Το δεύτερο κοινό στοιχείο που υπάρχει μεταξύ του Ιησού Χριστού και των αρχιερέων της Παλαιάς Διαθήκης είναι ότι «καθίσταται υπέρ ανθρώπων», είναι δηλαδή μεσίτης των ανθρώπων προς τον Θεό. Έργο των αρχιερέων ήταν η προσφορά των δώρων και των θυσιών για τη συγχώρηση των αμαρτιών του λαού. Ο Ιησούς Χριστός προσέφερε τον ίδιο τον εαυτό του δώρο και θυσία «υπέρ των αμαρτιών» όλου του ανθρωπίνου γένους. Ένα τρίτο κοινό στοιχείο είναι η συμπάθεια και συγκατάβαση που όφειλαν να δείχνουν οι αρχιερείς απέναντι στις αδυναμίες των ανθρώπων. Στο σημείο όμως αυτό υπάρχει και μια μεγάλη διαφορά μεταξύ των αρχιερέων του νόμου και του Ιησού Χριστού. Ο αρχιερέας έπρεπε να δείχνει συμπάθεια στις αδυναμίες των ανθρώπων γιατί «και αυτός περίκειται ασθένειαν», δηλαδή υπόκειται και αυτός στην επιρροή της αμαρτίας. Επομένως είχε την υποχρέωση να προσφέρει θυσίες για τις αμαρτίες του λαού αλλά και για τις δικές του: «δια ταύτην οφείλει, καθώς περί του λαού, ούτω και περί εαυτού προσφέρειν υπέρ αμαρτιών». Το στοιχείο αυτό δεν είναι κοινό μεταξύ του Ιησού Χριστού και των αρχιερέων του νόμου. Ο Ιησούς Χριστός υπερέχει κατά πολύ απέναντί τους, γιατί ο ίδιος δεν υπόκειται στην ασθένεια της αμαρτίας, κατά συνέπεια δεν είχε ανάγκη να προσφέρει θυσίες για τον εαυτό του.
Ένα άλλο κοινό στοιχείο μεταξύ των αρχιερέων του νόμου και του Ιησού Χριστού είναι ότι στο αρχιερατικό αξίωμα δεν ανέρχεται κανείς από μόνος του, αλλά μετά από κλήση που του απευθύνει ο Θεός: «ουχ εαυτώ τις λαμβάνει την τιμήν, αλλά καλούμενος υπό του Θεού, καθάπερ και Ααρών». Αυτό που συνέβαινε και με τους αρχιερείς του νόμου συνέβη και με τον Ιησού Χριστό, δεν πήρε μόνος του την αρχιερωσύνη, αλλά του την ανέθεσε ο Θεός Πατέρας του: «ουχ εαυτόν εδόξασε γενηθήναι αρχιερέα, αλλ΄ ο λαλήσας προς αυτόν• υιός μου ει συ, εγώ σήμερον γεγέννηκά σε». Παρά το ότι ο Ιησούς Χριστός ήταν ο αναμενόμενος ανά τους αιώνες Μεσσίας, ο λυτρωτής του κόσμου, εντούτοις δεν ανάλαβε από μόνος του, αυτόκλητα το αρχιερατικό αξίωμα, αλλά κλήθηκε και απεστάλη στο έργο αυτό από τον Θεό Πατέρα. Η αρχιερωσύνη του Ιησού Χριστού δεν προέρχεται από την τάξη και διαδοχή του Ααρών, αλλά «κατά την τάξιν Μελχισεδέκ», είναι δηλαδή ο αιώνιος και ατελεύτητος αρχιερέας και μεσίτης των ανθρώπων προς τον Θεό. Σε κάθε θεία λειτουργία ο Ιησούς Χριστός εξακολουθεί να είναι ο Μέγας και αιώνιος Αρχιερεύς, ο θύτης και το θύμα, ο προσφέρων και προσφερόμενος και διαδιδόμενος εις τους αιώνας.
Ο Τίμιος Σταυρός, τον οποίον η Εκκλησία μας τοποθετεί στο μέσον της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής προς προσκύνηση των πιστών είναι ο θρόνος του Μεγάλου Αρχιερέως Ιησού Χριστού. Είναι το σύμβολο της θυσίας του «υπέρ αμαρτιών» του κόσμου, είναι το σύμβολο της αυτοθυσίας του για τη σωτηρία ολόκληρου του ανθρωπίνου γένους. Προσκυνώντας τον Τίμιο Σταυρό «κρατώμεν της ομολογίας» κατά τον Απόστολο Παύλο, ομολογούμε δηλαδή την πίστη μας, ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο Λυτρωτής του κόσμου, ο Μέγας Αρχιερεύς, ο αιώνιος μεσίτης των ανθρώπων προς τον Θεό. Ταυτόχρονα μέσα στην πορεία της ζωής μας, όπως Εκείνος σήκωσε το Σταυρό του Μαρτυρίου, σηκώνουμε ο καθένας το δικό του σταυρό. Τον σταυρό του πόνου, της θλίψης, του πένθους, της ασθένειας, των ποικίλων πειρασμών και δυσκολιών της ζωής. Η σταυρώσιμη όμως πορεία της ζωής μας, σηματοδοτεί την θριαμβευτική ανάσταση, τη λύτρωση από τη φθορά, την αμαρτία και τον θάνατο. Όπως ο Σταυρός υπήρξε η Δόξα του Ιησού Χριστού, έτσι και ο σταυρός του καθενός μας θα γίνει η αιτία της δόξας και σωτηρίας μας.


