ΑΡΘΡΑ (ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ)
Η προοπτική της Φάτνης και του Σπηλαίου. Η Γέννηση του Ιησού Χριστού
Προεόρτια των Χριστουγέννων
Περί της κατά σάρκαν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού οικονομίας
Γρηγορίου Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης του Παλαμά
«Σχετικά με τη συγκαταβατική ενσάρκωση του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και τα όσα προσφέρθηκαν εξαιτίας της, σ’ αυτούς που τον εμπιστεύτηκαν αληθινά και σχετικά με την αιτία που ο Θεός, αν και μπορούσε να ελευθερώσει με ποικίλους άλλους τρόπους το ανθρώπινο γένος από την υποταγή στο διάβολο, προτίμησε να χρησιμοποιήσει αυτή τη συγκαταβατική τακτική.
Μπορούσε, οπωσδήποτε, ο προαιώνιος και απεριόριστος και παντοκράτορας Λόγος και παντοδύναμος Υιός του Θεού, και χωρίς ο ίδιος να περιβληθεί την ανθρώπινη φύση, να απαλλάξει τους ανθρώπους από την υποτέλεια στο θάνατο και την υποδούλωση στο διάβολο, γιατί όλα υπακούουν στις εντολές του και το καθετί εξαρτιέται από τη θεϊκή εξουσία του, όλα έχει τη δύναμη να τα ενεργεί και, σύμφωνα με τον Ιώβ, τίποτε δε βρίσκεται έξω από τις δυνατότητές του, άλλωστε, απέναντι στην απόλυτη υπεροχή του δημιουργού, η δύναμη αντίστασης των δημιουργημάτων χρεοκοπά, κανένα δεν είναι ισχυρότερο από τον Παντοκράτορα.
Όμως, αυτή η τακτική σωτηρίας, δηλαδή με την ενανθρώπηση του Λόγου του Θεού, ήταν η πιο προσαρμοσμένη στη δική μας φύση, την ανθρώπινη αδυναμία μας κι ακόμα ήταν η πιο αντάξια του Θεού που την εφάρμοζε μια και χαρακτηριζόταν από το στοιχείο της δικαιοσύνης, χωρίς το οποίο καμιά ενέργεια του Θεού δεν πραγματοποιείται. «Δίκαιος γαρ ο Θεός, και δικαιοσύνας ηγάπησε, και ουκ έστιν αδικία εν αυτω», όπως λέει κι ο ψαλμωδός Προφήτης.
Ο άνθρωπος εγκατέλειψε το Θεό πρώτος και, κατά συνέπεια, δίκαια εγκαταλείφθηκε από το Θεό, τότε κατέφυγε, με τη θέλησή του, στον αρχηγό της κακίας, που τον είχε παρασύρει με τις δόλιες αντίθεες συμβουλές του, δίκαια, πάλι, κατά συνέπεια, παραδόθηκε σ’ αυτόν, έτσι εισχώρησε στον κόσμο ο θάνατος, ως αποτέλεσμα του φθόνου του πονηρού και με την άδεια, τη δίκαιη, του αγαθού Θεού. Και ο θάνατος, εξαιτίας της υπερβάλλουσας κακότητας του αρχηγού της κακίας διπλασιάστηκε, κοντά σε κείνον που προσκολλήθηκε στην ανθρώπινη φύση, προστέθηκε κι ο άλλος που αυτός ο ίδιος ο διάβολος βίαια τον προξενεί.
Επειδή, λοιπόν, η υποταγή στο διάβολο και η παράδοση στο θάνατο επήλθε ως δίκαιη συνέπεια, έπρεπε και η επάνοδος του ανθρώπινου γένους στην ελευθερία και τη ζωή να συντελεστεί από το Θεό πάλι ως δίκαιη συνέπεια. Και δεν ήταν μόνο η παράδοση του ανθρώπου στο φθονερό εχθρό του, που πρόκυψε ως συνέπεια της θείας δικαιοσύνης, ήταν και το γεγονός ότι ο ίδιος ο διάβολος, που αποξενώθηκε από τη δικαιοσύνη του Θεού και επεδίωξε άδικα να εξουσιάζει και να μην υπακούει πουθενά και να καταπιέζει, βρισκόμενος σε διάσταση με τη δικαιοσύνη, χρησιμοποίησε τη δύναμή του ενάντια στον άνθρωπο.
Ο Θεός, λοιπόν, θεώρησε ότι προείχε να νικηθεί πρώτα ο διάβολος με τη δικαιοσύνη, με την οποία έχει ανοιχτή διαμάχη, και κατόπιν να νικηθεί με τη θεϊκή υπεροχή, δηλαδή με την ανάσταση και τη μέλλουσα κρίση. Γιατί αυτή είναι η σωστή σειρά, να προηγείται η δικαιοσύνη από τη δύναμη, αυτό αρμόζει αληθινά στη θεϊκή αγαθή διακυβέρνηση του κόσμου, όχι στην καταπιεστική επιβολή: να ακολουθεί η δύναμη, αφού πρώτα επιβληθεί η δικαιοσύνη.
Και, όπως ο διάβολος, ο παμπάλαιος φονιάς του ανθρώπου, ξεσηκώθηκε εναντίον μας από φθόνο και μίσος, έτσι κι ο ζωοδότης μπήκε στη μάχη με το μέρος μας από άπειρη αγαθότητα κι αγάπη για τον άνθρωπο. Και όπως εκείνος, χωρίς να του έχει παρασχεθεί το δικαίωμα, έβαλε σκοπό του να καταστρέψει το πλάσμα του Θεού, έτσι κι ο πλάστης, έχοντας αντίθετα, κάθε δικαίωμα, αποφάσισε να σώσει το δημιούργημά του. Και όπως εκείνος πέτυχε με την αδικία και τη δολιότητα να καταγάγει νίκη και να γκρεμίσει τον άνθρωπο από το θεοδώρητο αξίωμά του, έτσι κι ο ελευθερωτής με δικαιοσύνη και σοφό σχέδιο επέφερε την πανωλεθρία του αρχηγού της κακίας και την ανακαίνιση του ανθρώπου.
Λοιπόν, ο Θεός απέφευγε να χρησιμοποιήσει, πράγμα που μπορούσε, τη δύναμη, ώσπου να προχωρήσει στην απόδοση της δικαιοσύνης, πράγμα που ήταν αναγκαίο. Έτσι άλλωστε φάνηκε ξεκάθαρα η δύναμη της δικαιοσύνης, αφού προτιμήθηκε ως τακτική από τον παντοδύναμο που κανένας δεν μπορεί να τον νικήσει. Απ’ αυτό μάλιστα θα πρέπει και οι άνθρωποι να παραδειγματιστούν, ώστε να ζουν με δικαιοσύνη την επίγεια ζωή τους, ώστε στην αιώνια ζωή της αθανασίας ν’ αναλάβουν τη δύναμη και να μη τη χάσουν ποτέ.
Κι ακόμα έπρεπε ο διάβολος που τότε νίκησε τον άνθρωπο, να νικηθεί από τη νικημένη ανθρώπινη φύση και να κατατροπωθεί αυτός που με τόση πανουργία παγίδευσε τον άνθρωπο. Γι’ αυτό το σκοπό χρειαζόταν απαραίτητα να υπάρξει ένας άνθρωπος αναμάρτητος. Όμως κάτι τέτοιο ήταν αδύνατο. «Ουδείς γαρ, λέει η Γραφή, αναμάρτητος, ουδ’ αν μία ημέρα η ζωή αυτού» και «τις καυχήσεται αγνήν έχειν την καρδίαν;»
Μονάχα ο Θεός, κανένας άλλος, δεν μπορεί να είναι αναμάρτητος. Γι’ αυτό ακριβώς ο Θεός Λόγος, ο γεννημένος από το Θεό ευθύς απ’ την αρχή της ύπαρξής του, και πάντοτε ενωμένος μ’ Αυτόν (δεν είναι δυνατό να υπάρξει η να εννοηθεί ποτέ Θεός στερημένος λόγου) και ουδέποτε διαχωρισμένος απ’ Αυτόν, ο ένας υπαρκτός Θεός (το αντιφέγγισμα του ήλιου δεν είναι άλλον φως διαφορετικό απ’ τον ήλιο και οι ηλιακές ακτίνες δεν είναι άλλοι ήλιοι), γι΄ αυτό, λοιπόν, ο μόνος αναμάρτητος Υιός και Λόγος του Θεού καθίσταται γιος ανθρώπου, χωρίς βέβαια, να αλλάζει τίποτε ως προς τη θεότητά του, μένοντας, όμως, ακηλίδωτος ως προς την ανθρώπινή του ιδιότητα.
«Ος, όπως προφήτευσε ο Ησαϊας, αμαρτίαν ουκ εποίησεν, ουδέ ευρέθη δόλος εν τω στόματί αυτού». Και όχι μόνο αυτό, αλλά και κείνος που δε «συνελήφθη εν ανομίαις» και δεν «εκυήθη εν αμαρτίαις» καθώς διαπιστώνει, μιλώντας για τον εαυτό του, ή μάλλον για ολόκληρο το γένος των ανθρώπων, ο Δαβίδ στους Ψαλμούς. Γιατί η επανάσταση της σάρκας έχει ως αυτόματη συνέπεια την καταδίκη που είναι και λέγεται φθορά.
Αυτή η επανάσταση αν και δε γίνεται με τη θέληση του ανθρώπου, αν και φανερά βρίσκεται σε αντίθεση με τους νόμους της νόησης και παρά το γεγονός ότι τιθασεύεται από τους ενάρετους και προσανατολίζεται μόνο προς τον τομέα δημιουργίας παιδιών, έτσι ή αλλιώς σπρώχνει τον άνθρωπο προς τη φθορά και δεν είναι παρά έφεση για ικανοποίηση των παθών αυτού που δε συνειδητοποίησε την τιμή που αξιώθηκε η φύση μας από το Θεό, αλλά εξομοιώθηκε με τα κτήνη.
Γι΄ αυτό και δε γεννήθηκε, απλώς Θεός ανάμεσα στους ανθρώπους, αλλά και από Παρθένο επίλεκτη και απαλλαγμένη από βρώμικους σαρκικούς λογισμούς, σύμφωνα με τους προφήτες, γεννήθηκε από Παρθένο στη μήτρα της οποίας επέφερε τη σύλληψη όχι κάποια σαρκική όρεξη, αλλ’ ο ερχομός του Αγίου Πνεύματος. Αυτό που συνέβηκε ήταν η υποδοχή και η αποδοχή του ουράνιου χαρμόσυνου μηνύματος, όχι υπόκυψη και δοκιμή στη γεμάτη πάθος σαρκική επιθυμία.
Μακριά από κάθε τέτοια εμπειρία, η σύλληψη έγινε μέσα στην πνευματική ευφροσύνη και την επικοινωνία με το Θεό. «Ιδού γάρ η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου», απάντησε η άσπιλη Παρθένος στον άγγελο που της έφερε το μήνυμα της χαράς, συνέλαβε και γέννησε. Προκειμένου έτσι ο νικητής του διαβόλου, όντας άνθρωπος – θεάνθρωπος να κατάγεται, βέβαια, από το ανθρώπινο γένος, να μη μετέχει όμως στην κληρονομούμενη αμαρτία. Αυτός μόνος απ’ όλους τους ανθρώπους να συλληφθεί χωρίς να συντρέχει το γεγονός της παρακοής, μόνος αυτός να μπει στη μήτρα της μητέρας του χωρίς να μεσολαβήσει η εμπαθής ηδονή της σάρκας και οι βρώμικες επιθυμίες που χαρακτηρίζουν τη μιασμένη από την παρακοή ανθρώπινη φύση.
Προκειμένου έτσι ο Χριστός να υπάρξει τέλεια απαλλαγμένος από κάθε μόλυνση που μεταδίδεται στους απογόνους, με αποτέλεσμα να μην έχει καμιά ανάγκη κάθαρσης ο ίδιος, και να δέχεται τα πάντα με σοφία για χάρη μας. Και έτσι να γίνει ο ολοκληρωτικά νέος Άνθρωπος και να παραμείνει νέος πραγματικά κι αταλάντευτα, χωρίς καθόλου να παλιώνει πάλι, και να ανοικοδομήσει, προσφερόμενος ο ίδιος ως θεμέλιο και ως όργανο, τον παλιό Άνθρωπο και να τον διατηρήσει πάντα νέο, μια και μπορεί να διώξει μακριά κάθε στοιχείο παλιό και φθαρμένο.
Γιατί και κείνος, ο πρώτος Άνθρωπος δημιουργήθηκε καταρχήν πεντακάθαρος και ήταν νέος ωσότου με τη θέλησή του ακολούθησε το διάβολο και εκτράπηκε στις σαρκικές ηδονές και ξέπεσε μες το βούρκο της αμαρτίας με αποτέλεσμα να παλιωθεί και να κατρακυλήσει στην παραφθορά της φυσικής του κατάστασης.
Γι’ αυτό ο Κυβερνήτης του κόσμου δεν ανακαινίζει τον άνθρωπο, παράδοξα, μόνο με κάποια εξωτερική ενέργεια του, αλλά τον προσλαμβάνει και τον αγκαλιάζει. Και δεν ανορθώνει μόνο και ξαναστεριώνει την ανθρώπινη φύση, αλλά και την περιβάλλεται με τρόπο απερίγραπτο και ενώνεται και ταυτίζεται μαζί της, και γεννιέται συγχρόνως Θεός και άνθρωπος από γυναίκα βέβαια, ώστε να πάρει πίσω τη φύση του που ο ίδιος έπλασε κι ο πονηρός με τη συμβουλή του τού έκλεψε, παρθένο όμως, για να καταστήσει τον άνθρωπο νέο, γιατί αν γεννιόταν με σπέρμα ανδρός, θα έφερνε την κληρονομιά της αμαρτίας και δε θα ήταν καινούριος άνθρωπος, δε θα ήταν ο αρχηγός και χορηγός της ζωής εκείνης που ποτέ δεν παλιώνει, δε θα κατάφερνε, αν άνηκε στην παλιά ξεπεσμένη κατάσταση, να προσλάβει ολόκληρη τη διαφανή θεότητα και να καταστήσει τη σάρκα ανεξάντλητη πηγή αγιασμού τόσο, ώστε να ξεπλύνει και να καθαρίσει πλέρια το μολυσμό των προπατόρων και να επαρκέσει για τον εξαγιασμό και όλων των επιγόνων. Γι’ αυτό ακριβώς, ούτε άγγελος, ούτε άνθρωπος, αλλά αυτός ο ίδιος ο Κύριος, νικημένος από την αγάπη του για μας, θέλησε να μας σώσει και να μας αναπλάσει, με το να γεννηθεί τέλειος άνθρωπος όπως και εμείς, μένοντας όμως συγχρόνως αναλλοίωτα Θεός».
Το μεγάλο μήνυμα της εορτής των Χριστουγέννων
Εις την Γενέθλιον ημέραν του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού
Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου
«Εις την γενέθλιον ημέραν του Σωτηρος ημών Ιησού Χριστού, που ήταν ακόμη τότε άγνωστη, και την έκαμαν γνωστή πριν από λίγα χρόνια κάποιοι πιστοί που ήρθαν από τη Δύση και την ανήγγειλαν.»
1. Τα γεγονότα εκείνα που αποτελούσαν στο παρελθόν αντικείμενο αγωνιώδους στοχασμού για τους πατριάρχες, και οι προφήτες τα προφήτευαν, και οι ευσεβείς επιθυμούσαν να τα δουν, επαληθεύτηκαν και πραγματοποιήθηκαν σήμερα• ο Θεός – δηλαδή – παρουσιάστηκε στη γη με ανθρώπινο σώμα και συναναστράφηκε με τους ανθρώπους. Ας χαιρόμαστε, λοιπόν, και ας πανηγυρίζουμε με αγαλλίαση αγαπητοί μου. Γιατί, αν ο Ιωάννης (ο Πρόδρομος) που βρισκόταν στην κοιλιά της μητέρας του, ανασκίρτησε όταν η Μαρία επισκέφτηκε την Ελισάβετ, πολύ περισσότερο εμείς, που είδαμε όχι τη Μαρία, αλλά τον ίδιο το Σωτήρα μας που γεννήθηκε σήμερα, πρέπει να σκιρτάμε και να πανηγυρίζουμε, να νιώθουμε θαυμασμό και κατάπληξη για την ασύλληπτη οικονομία (σχέδιο) του Θεού που υπερβαίνει κάθε (ανθρώπινο) λογισμό. Γιατί σκέψου, πόσο σπουδαίο είναι να βλέπεις τον ήλιο να κατεβαίνει από τον ουρανό και να βαδίζει πάνω στη γη, και από εκεί να στέλνει τις ακτίνες Του σε όλα τα δημιουργήματα. Και αν θα προκαλούσε έκπληξη σ ὅλους εκείνους που θα έβλεπαν να συμβαίνει αυτό με τον αισθητό ήλιο, σκέψου, σε παρακαλώ, και συλλογίσου τώρα, πόσο μεγαλειώδες είναι να βλέπουμε τον Ήλιο της δικαιοσύνης να αποστέλλει από το ανθρώπινο σώμα Του τις ακτίνες Του και να φωτίζει τις ψυχές μας.
Από καιρό κι εγώ επιθυμούσα να μάθω για την ημέρα αυτή (της Γεννήσεως του Χριστού). Και όχι να τη μάθω μόνο εγώ, αλλά μαζί με πολλούς ανθρώπους. Και ευχόμουν πάντοτε να είναι τόσο γεμάτος ο τόπος της συγκεντρώσεως, όπως τον βλέπουμε να είναι αυτή τη στιγμή. Η επιθυμία μου, λοιπόν, εκπληρώθηκε και πραγματοποιήθηκε. Και ενώ δεν πέρασαν ούτε δέκα χρόνια από τότε που πληροφορηθήκαμε και έγινε γνωστή σ ἐμᾶς η ημέρα αυτή, όμως έγινε με το δικό σας ζήλο τόσο σπουδαία, σαν να μας παραδόθηκε από το Θεό πριν από πολλά χρόνια. Γι΄ αυτό και δεν θα έσφαλε κανείς αν την ονόμαζε και νέα και παλαιά μαζί. Νέα, γιατί πριν από λίγο τη γνωρίσαμε, παλαιά και αρχαία, γιατί έγινε γρήγορα συνομήλικη με τις πιο παλαιές, κι έφτασε στην ίδια ηλικία μ ἐκεῖνες. Όπως, δηλαδή, τα χυμώδη και καρποφόρα φυτά αναπτύσσονται και καρποφορούν σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα από τη στιγμή που θα φυτευτούν, έτσι και η ημέρα (η εορτή) αυτή, που ήταν γνωστή στους χριστιανούς της Δύσης από παλαιά, και σε μας έγινε γνωστή τώρα κι όχι πριν από πολλά χρόνια, τόσο γρήγορα διαδόθηκε και καρποφόρησε, όσο μπορείτε να δείτε τώρα, που γέμισε ο αυλόγυρος και η Εκκλησία είναι ασφυκτικά γεμάτη από το πλήθος των συγκεντρωθέντων. Την αμοιβή, λοιπόν, την αντάξια προς το μεγάλο ενδιαφέρον σας, να την περιμένετε από το Χριστό, που σήμερα γεννήθηκε ως άνθρωπος. Εκείνος θα σας αμείψει οπωσδήποτε για την προθυμία σας αυτή. Γιατί η αγάπη και το ενδιαφέρον σας για τούτη την (εόρτιο) ημέρα είναι πολύ μεγάλη απόδειξη της αγάπης που νιώθετε για τον γεννηθέντα (Χριστό). Αν πρέπει όμως κι εμείς οι συνάνθρωποί σας κάτι να προσφέρουμε, θα προσφέρουμε ό,τι μπορούμε, η μάλλον όσα επιτρέψει η χάρη του Θεού να πούμε για τη δική σας ωφέλεια.
Τι επιθυμείτε λοιπόν ν ἀκούσετε σήμεραΜα τι άλλο παρά για την ημέρα αυτή που εορτάζουμε. Γιατί γνωρίζω καλά, ότι ακόμη και σήμερα πολλοί λογομαχούν μεταξύ τους, και άλλοι μεν κατακρίνουν, άλλοι δε υποστηρίζουν την εορτή αυτή. Και γίνεται παντού πολλή συζήτηση για την ημέρα αυτή, και άλλοι την κατηγορούν ότι είναι καινούρια και πρόσφατη και θεσπίστηκε τώρα τελευταία, ενώ άλλοι την υπερασπίζονται ότι είναι παλαιά και αρχαιότατη, αφού ήδη οι προφήτες προφήτευσαν τη γέννηση του Χριστού και από πολλά χρόνια ήταν γνωστή και σπουδαία για όσους κατοικούν από τη Θράκη μέχρι τα Γάδειρα.
Εμπρός, λοιπόν, ας μιλήσουμε γι αὐτά. Γιατί αν, ενώ ακόμη υπάρχει αμφισβήτηση γύρω από την εορτή αυτή, την τιμάτε τόσο, είναι ολοφάνερο ότι αν γίνει πιο γνωστή, θα είναι πολύ μεγαλύτερο το ενδιαφέρον γι αὐτή, γιατί η αποσαφήνιση που θα γίνει με την ομιλία, θα αυξήσει το σεβασμό σας προς αυτή. Έχω λοιπόν να προβάλω τρεις αποδείξεις, με τις οποίες θα μάθουμε σίγουρα, ότι αυτή είναι η εποχή που γεννήθηκε ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, ο Θεός Λόγος. Και γι αὐτές τις τρεις υπάρχει μία απόδειξη, το ότι η εορτή κατέστη γνωστή τόσο γρήγορα κι έφτασε σε τόσο ύψος μεγαλοπρέπειας και δόξας. Κι εκείνο που έλεγε ο Γαμαλιήλ σχετικά με τη χριστιανική διδασκαλία, ότι «αν προέρχεται από ανθρώπους, θα εξαφανισθεί, αν όμως προέρχεται από το Θεό, δεν μπορείτε να την εξαφανίσετε, και προσέξτε μήπως φανείτε και Θεομάχοι» (Πραξ. 5, 38-39), αυτό θα έλεγα κι εγώ για τούτη την ημέρα, ότι επειδή δηλαδή ο Θεός Λόγος εκ του Θεού προέρχεται, γι΄ αυτό όχι μόνο δεν εξαφανίστηκε η εορτή αυτή, αλλά και γίνεται μεγαλοπρεπέστερη και γνωστότερη χρόνο με το χρόνο. Γι΄ αυτό και η χριστιανική διδασκαλία κατέκτησε όλη την οικουμένη μέσα σε λίγα χρόνια, αν και αυτοί που την κήρυξαν παντού ήταν σκηνοποιοί, ψαράδες, αγράμματοι και απλοϊκοί άνθρωποι. Μα το ότι εκείνοι που την κήρυξαν δεν ήταν σπουδαίοι, δεν δυσκόλεψε τη διάδοσή της, γιατί η δύναμη του περιεχομένου της ήταν ισχυρότερη απ ὅλα, και εξουδετέρωνε όλα τα εμπόδια δείχνοντας τη δύναμή της.
Ο Χριστός γεννήθηκε στη Βηθλεέμ.
2. Αν όμως κάποιος απ αὐτούς που δημιουργούν έριδες, δεν παραδέχεται όσα είπα, μπορώ να προβάλω και δεύτερη απόδειξη. Ποιά είναι αυτήΕίναι εκείνη που βγαίνει απ ὅσα διαβάζουμε μες στα Ευαγγέλια για την απογραφή. Λέγει, λοιπόν, ο Ευαγγελιστής«Τις ημέρες εκείνες βγήκε διάταγμα από τον Καίσαρα Αύγουστο να απογραφεί όλη η οικουμένη. Αυτή είναι η πρώτη απογραφή που έγινε όταν διοικητής της Συρίας ήταν ο Κυρήνιος. Και πήγαιναν όλοι να απογραφούν, καθένας στην ιδιαίτερη πατρίδα του. Πήγε και ο Ιωσήφ από τη Γαλιλαία, από την πόλη Ναζαρέτ, στην Ιουδαία στην πόλη του Δαβίδ, που το όνομά της είναι Βηθλεέμ, γιατί (ο Ιωσήφ) καταγόταν από την οικογένεια και τη φυλή του Δαβίδ, για να απογραφεί μαζί με τη Μαρία τη μνηστή του, που ήταν έγκυος. Μόλις όμως αυτοί έφτασαν εκεί, ήρθε η ώρα να γεννήσει αυτή. Και γέννησε τον Υιό Της τον πρωτότοκο, και τον σπαργάνωσε και τον έβαλε να κοιμηθεί μες στη φάτνη, γιατί δεν είχαν τόπο στο κατάλυμα» (Λουκ. 2, 1-7). Απ αὐτά γίνεται φανερό πως (ο Χριστός) γεννήθηκε κατά την πρώτη απογραφή. Και είναι δυνατό, όποιος επιθυμεί να γνωρίζει με ακρίβεια, να ερευνήσει τους αρχαίους δημόσιους κώδικες της Ρώμης και να μάθει το χρόνο της απογραφής. Θα έλεγε όμως κάποιοςΚαι τι μας ενδιαφέρει, αφού είμαστε μακριά από τη Ρώμη και ποτέ δεν την επισκεφτήκαμεΆκου όμως και μην αμφισβητείς, γιατί παραλάβαμε την ημέρα αυτή από εκείνους που γνωρίζουν όλα αυτά με ακρίβεια και διαμένουν σ αὐτή την πόλη. Γιατί εκείνοι που μένουν εκεί, γιορτάζουν πριν από πολλά χρόνια και από παλιά παράδοση, κι αυτοί τώρα μας την γνώρισαν. Ούτε άλλωστε ο Ευαγγελιστής μας ανέφερε άσκοπα την εποχή εκείνη, αλλά σκόπιμα μας το φανέρωσε, για να μας κάνει γνωστή την ημερομηνία αυτή και να μας καταδείξει το σχέδιο της οικονομίας του Θεού. Γιατί ο Αύγουστος δεν έβγαλε τότε αυτό το διάταγμα από δική του θέληση ούτε με δική του πρωτοβουλία, αλλά ο Θεός του το έβαλε στο νου του, για να τον κάνει να υπηρετήσει ακόμη και παρά τη θέλησή του τη γέννηση του Μονογενούς. Και πως αυτό –θα διερωτόταν κανείς- συντελεί σ αὐτό το σχέδιο του ΘεούΔεν είναι ούτε μικρό ούτε τυχαίο αυτό, αγαπητέ, αλλά πολύ μεγάλο και ένα από τα αναγκαία και τα σπουδαία. Ποιό λοιπόν είναι αυτόΗ Γαλιλαία είναι περιοχή της Παλαιστίνης και η Ναζαρέτ πόλη της Γαλιλαίας. Και η Ιουδαία επίσης είναι κάποια περιοχή που έτσι την ονομάζουν οι κάτοικοί της, και η Βηθλεέμ είναι πόλη της Ιουδαίας. Όλοι οι προφήτες προφήτευσαν πως ο Χριστός θα έρθει όχι από τη Ναζαρέτ, αλλά από τη Βηθλεέμ, και ότι εκεί θα γεννηθεί. Να λοιπόν, τι λένε οι Γραφές«Και συ Βηθλεέμ που ανήκεις στην περιοχή της φυλής του Ιούδα, δεν είσαι η πιο ασήμαντη απ τις κυριότερες πόλεις της Ιουδαίας• γιατί από σένα θα προέλθει ο ηγεμόνας που θα διδάξει και θα οδηγήσει το λαό μου τον Ισραήλ» (Ματθ. 2, 6). Και οι Ιουδαίοι που ρωτήθηκαν τότε από τον Ηρώδη, που γεννήθηκε ο Χριστός, του ανέφεραν αυτή τη μαρτυρία. Γι αὐτό και όταν ο Φίλιππος είπε«Βρήκαμε τον Ιησού από την Ναζαρέτ», και τον ρώτησε ο Ναθαναήλ«Είναι δυνατόν να προέλθει κάτι καλό από τη Ναζαρέτ», ο Χριστός είπε γιαυτόν«Να ένας πραγματικός Ισραηλίτης που δεν έχει πονηρία μέσα του» (Ιωάν. 1, 35-47. Αλλά, θα ρωτούσε κανείς, γιατί επαίνεσε ο Χριστός το ΝαθαναήλΓιατί δεν παρασύρθηκε ο Ναθαναήλ απ την αναγγελία του Φιλίππου, και γνώριζε με σαφήνεια και ακρίβεια ότι ο Χριστός δεν έπρεπε να γεννηθεί στη Ναζαρέτ ούτε στη Γαλιλαία, αλλά στην Ιουδαία και μάλιστα στη Βηθλεέμ, όπως κι έγινε. Επειδή, λοιπόν, ο μεν Φίλιππος δεν το πρόσεξε, ο δε Ναθαναήλ ως νομομαθής απάντησε σύμφωνα προς τους λόγους της ανωτέρω προφητείας, γνωρίζοντας ότι δε θα έλθει ο Χριστός από τη Ναζαρέτ, γι΄ αυτό ο Χριστός είπε«Να ένας πραγματικός Ισραηλίτης που δεν έχει πονηρία μέσα του». Γι΄ αυτό και κάποιοι Ιουδαίοι έλεγαν στο Νικόδημο«Ερεύνησε και δες, ότι δε γεννήθηκε προφήτης στη Γαλιλαία» (Ιωάν. 7, 5). Και αλλού πάλι• «ο Χριστός δεν θα έλθει από την κώμη Βηθλεέμ, από την οποία ήταν κι ο Δαβίδ» (Ιωάν. 7, 42). Και όλοι είχαν την ίδια γνώμη, ότι σίγουρα ο Χριστός έπρεπε από εκεί να έλθει (από την Ιουδαία) και όχι από τη Γαλιλαία. Επειδή, λοιπόν, ο Ιωσήφ και η Μαρία, που ήταν κάτοικοι της Βηθλεέμ, την εγκατέλειψαν και εγκαταστάθηκαν στη Ναζαρέτ, όπου και διέμειναν (πράγμα βέβαια που συμβαίνει συνήθως σε πολλούς ανθρώπους, να εγκαταλείπουν, δηλαδή, τις πόλεις που γεννήθηκαν και να διαβιούν σε άλλες πόλεις στις οποίες δε γεννήθηκαν), κι έπρεπε ο Χριστός να γεννηθεί στη Βηθλεέμ, βγήκε διάταγμα, που και χωρίς τη θέλησή τους, τους ανάγκαζε να πάνε σ αὐτή την πόλη, γιατί έτσι είχε προνοήσει ο Θεός. Γιατί ο νόμος που απαιτούσε από τον καθένα να απογραφεί στην ιδιαίτερη πατρίδα του, τους ανάγκασε να ξεσηκωθούν από εκεί, εννοώ από τη Ναζαρέτ, και να έλθουν στη Βηθλεέμ για να απογραφούν. Ακριβώς αυτό υπονοούσε και ο Ευαγγελιστής όταν έλεγε«Πήγε και ο Ιωσήφ από τη Γαλιλαία, από την πόλη Ναζαρέτ στην Ιουδαία, στην πατρίδα του Δαβίδ, για να απογραφεί μαζί με τη μνηστή του που ήταν έγκυος. Και συνέβη, όταν αυτοί ήταν εκεί, να συμπληρωθούν οι μέρες που θα γεννούσε η Μαρία, και γέννησε το γιο της τον πρωτότοκο» (Λουκ. 2, 4-7).
Η ημερομηνία Γεννήσεως του Χριστού.
3. Είδες, αγαπητέ, την οικονομία (σχέδιο) του Θεού, που ρυθμίζει τα ζητήματά Του με το να χρησιμοποιεί ως όργανά Του τους πιστούς και τους απίστουςΚι αυτό για να μάθουν οι άπιστοι πόσο αξίζει η ευσέβεια και πόση είναι η δύναμη του Θεού. Και ο μεν αστέρας οδήγησε τους Μάγους από την Ανατολή, το δε διάταγμα έφερε τη Μαριάμ στον τόπο που προφήτευσαν οι προφήτες ότι θα είναι η πατρίδα του Χριστού. Από αυτό μαθαίνουμε ότι και η Παρθένος καταγόταν από το γένος του Δαβίδ. Αφού ήταν, δηλαδή, από τη Βηθλεέμ, είναι προφανές ότι ήταν και από την οικογένεια και τη φυλή του Δαβίδ. Αυτό και προηγουμένως μας το δήλωσε ο Ευαγγελιστής με όσα έλεγε«Πήγε και ο Ιωσήφ από τη Γαλιλαία μαζί με τη Μαρία, γιατί ήταν από τη γενιά και τη φυλή του Δαβίδ» (Λουκ. 2, 4). Επειδή, λοιπόν, γνωρίσαμε το γενεαλογικό δένδρο του Ιωσήφ (Βλέπε Ματθ. 1, 1-16), τους προγόνους όμως τη Μαρίας κανένας δεν μας τους απαρίθμησε όπως τους προγόνους του Ιωσήφ, και για να μην αμφιβάλλεις και ρωτάςαπό που φαίνεται ότι και αυτή (η Μαρία) κατάγεται από το γένος του Δαβίδάκουσε«Τον έκτο μήνα απέστειλε ο Θεός τον άγγελο Γαβριήλ σε μια πόλη της Γαλιλαίας, της οποίας το όνομα ήταν Ναζαρέτ, σε μια παρθένο μνηστευμένη με έναν άνθρωπο του οποίου το όνομα ήταν Ιωσήφ, και καταγόταν από τη γενιά του Δαβίδ» (Λουκ. 1, 26-27). Τη φράση «καταγόταν από τη γενιά του Δαβίδ», πρέπει να θεωρήσουμε πως ειπώθηκε για την Παρθένο. Αυτό λοιπόν έγινε φανερό και με αυτά. Γι΄ αυτό εκδόθηκε και το διάταγμα και η απόφαση αυτή, για να οδηγηθούν αυτοί στη Βηθλεέμ. Μόλις έφτασαν στην πόλη, αμέσως γεννήθηκε ο Ιησούς. Γι΄ αυτό και τον έβαλαν να πλαγιάσει στη φάτνη ως βρέφος, γιατί συγκεντρώθηκαν τότε πολλοί από πολλά μέρη και κατέλαβαν τα καταλύματα και δημιούργησαν μεγάλη έλλειψη χώρου. Γι΄ αυτό και οι Μάγοι εκεί τον προσκύνησαν. Για να σας προσφέρω όμως μία σαφέστερη και πειστικότερη απόδειξη, σας παρακαλώ να με προσέξετε λίγο περισσότερο• γιατί θέλω να σας διηγηθώ μεγάλη ιστορία και να σας διαβάσω παλαιούς νόμους, ώστε με όλα αυτά να καταλάβετε καλύτερα αυτά που τώρα λέγω.
Υπήρχε στους Ιουδαίους κάποιο παλαιό έθιμο. Αλλά καλύτερα να μεταφερθούμε ακόμα παλαιότερα, όταν ο Θεός λύτρωσε τους Εβραίους από τα βάσανα και τη βάρβαρη τυραννία των Αιγυπτίων. Βλέποντάς τους ότι ήταν ακόμη αρκετά ασεβείς και ότι τους συγκινούσαν τα υλικά πράγματα και ότι θαύμαζαν την ομορφιά και μέγεθος των ναών, τους έδωσε εντολή να χτίσουν ναό, που να ξεπερνά όλους τους ναούς της γης όχι μόνο στην πολυτέλεια των υλικών, ούτε στην ποικιλία της τέχνης, αλλά και στο σχήμα της οικοδομής. Και όπως ο φιλόστοργος πατέρας που βρήκε το γιο του, ο οποίος για πολύ καιρό συναναστράφηκε με αμαρτωλούς, διεφθαρμένους και άσωτους ανθρώπους και απόλαυσε πολλές αμαρτίες, του προσφέρει απλόχερα τα πάντα με σύνεση και πολλή λεπτότητα, ώστε να μη στενοχωριέται ενθυμούμενος τα περασμένα ούτε και να τα νοσταλγήσει, έτσι και ο Θεός, βλέποντας τους Ιουδαίους να συγκινούνται από τα υλικά πράγματα, προσφέρει σ αὐτούς αφθονία αγαθών για να μην επιθυμήσουν την κατάσταση η τα αγαθά των Αιγυπτίων. Και τους βάζει να κατασκευάσουν το ναό όμοιο με τον κόσμο όλο, τον αισθητό και το νοητό. Όπως δηλαδή υπάρχει γη και ουρανός και μεταξύ τους το διάστημα του στερεώματος, κατά τον ίδιο τρόπο έδωσε εντολή να κατασκευασθεί κι ο ναός. Και αφού χώρισε σε δύο το ναό αυτό και τοποθέτησε στη μέση το καταπέτασμα, επέτρεψε να μπαίνουν όλοι στο τμήμα που είναι έξω από το καταπέτασμα, στο τμήμα όμως που είναι μετά από αυτό, απαγόρευσε σε όλους να μπαίνουν εκτός από τον αρχιερέα. Και ότι δεν αποτελούν δική μου φαντασία αυτά, αλλά ότι κατασκευάσθηκε ο ναός κατά το πρότυπο του σύμπαντος, πρόσεξε τι λέγει ο Παύλος αναφερόμενος στο Χριστό, που ανέβηκε στον ουρανό«ο Χριστός δεν εισήλθε σε άγια καμωμένα από ανθρώπους, που είναι απομίμηση των αληθινών» ( Εβρ. 9, 24), δείχνοντας έτσι ότι τα επίγεια άγια ήταν απομίμηση των αληθινών. Και για το ότι το καταπέτασμα χώριζε τα Άγια των αγίων από τα εξωτερικά άγια, όπως ο ουρανός χωρίζει όσα βρίσκονται πάνω απ αὐτόν απ ὅλα όσα βρίσκονται προς το μέρος μας, πρόσεξε πως κι αυτό υποδηλώνεται με το να χαρακτηρισθεί ο ουρανός ως καταπέτασμα. Μιλώντας (ο Παύλος) για την ελπίδα, ότι δηλαδή αποτελεί ασφαλή και ακλόνητη άγκυρα για τη ζωή μας, πρόσθεσε«αυτή εισέρχεται στο εσώτερο μέρος του καταπετάσματος, εκεί που εισήλθε για να μας ανοίξει το δρόμο ο Ιησούς, δηλαδή πάνω από τον ουρανό» (Εβρ. 6, 19-20). Βλέπεις, λοιπόν, ότι ονόμασε τον ουρανό καταπέτασμα
Έξω από το καταπέτασμα βρισκόταν η λυχνία, και η τράπεζα, και ο χάλκινος βωμός, πάνω στον οποίο προσφέρονταν θυσίες και ολοκαυτώματα. Όπισθεν του καταπετάσματος και στο εσωτερικό μέρος του ναού βρισκόταν η κιβωτός, καλυμμένη σ ὅλη την επιφάνειά της με χρυσάφι, περιέχουσα μέσα της τις πλάκες που ήταν γραμμένη η διαθήκη (οι εντολές του Θεού), τη χρυσή στάμνα (με το μάννα) και το ραβδί του Ααρών που βλάστησε θαυματουργικά• μαζί με την κιβωτό βρισκόταν και ο χρυσός βωμός, όχι για θυσίες και ολοκαυτώματα, αλλά μόνο για θυμίαμα. Και σε όλους επιτρεπόταν να εισέρχονται στο εξωτερικό μέρος, στο εσωτερικό όμως μέρος μόνο στον αρχιερέα. Για όλα αυτά θα σας παρουσιάσω πάλι τη μαρτυρία του Παύλου, που λέγει περίπου τα εξής«Γίνονταν λατρευτικές τελετές και στην πρώτη σκηνή και στο κοσμικό, στο άγιο, μέρος του ναού» (Εβρ. 9, 1). Ονομάζει κοσμικό μέρος του ναού αυτό που βρισκόταν έξω από το καταπέτασμα, επειδή επιτρεπόταν στον καθένα να εισέρχεται ελεύθερα• «Σ αὐτό βρισκόταν η λυχνία και η τράπεζα και η πρόθεση των άρτων. Στο εσώτερο μέρος του καταπετάσματος βρισκόταν μια σκηνή που ονομαζόταν Άγια των αγίων, μέσα στην οποία βρίσκονταν το χρυσό θυμιατήριο, η κιβωτός της διαθήκης, καλυμμένη σ ὅλη της την επιφάνεια με χρυσάφι. Μες στην κιβωτό βρίσκονταν η χρυσή στάμνα που περιείχε το μάννα, η ράβδος του Ααρών που βλάστησε και οι πλάκες της διαθήκης. Πάνω απ αὐτή βρίσκονταν Χερουβίμ ένδοξα που φύλαγαν το θυσιαστήριο. Κι έτσι όπως ήταν κατασκευασμένα αυτά, στη μεν πρώτη σκηνή εισέρχονταν πάντοτε οι ιερείς και εκτελούσαν τα σχετικά με τη λατρεία, στη δεύτερη όμως εισήρχετο μια φορά το χρόνο μόνος ο αρχιερέας, όχι χωρίς αίμα, που το προσφέρει για τον εαυτό του και τις ακούσιες αμαρτίες του λαού» (Εβρ. 9, 2-7). Βλέπεις, λοιπόν, ότι σ αὐτό εισέρχεται και μόνος ο αρχιερέας και για μία και μόνη φορά το χρόνο
4. Ποιά σχέση, όμως, έχουν αυτά, θα ρωτούσε κανείς, με την ημέρα για την οποία μιλάμεΑναμείνατε λίγο ακόμη και μην ανησυχείτε. Γιατί από την κορυφή σκάβουμε την πηγή και βιαζόμαστε να φτάσουμε στην άκρη της, ώστε με ευκολία να γίνουν φανερά όλα αυτά σε σας. Καλύτερα όμως, για να μη γίνει η ομιλία μου δυσνόητη για πολλή ώρα και αποβεί σε βάρος σας η μεγάλη διάρκειά της, να σας πω τώρα την αιτία που με έκανε να αναφέρω όλα αυτά. Ποιά είναι, λοιπόν, η αιτίαΌταν η Ελισάβετ ήταν έξι μηνών έγκυος για να γεννήσει τον Ιωάννη τότε άρχισε η εγκυμοσύνη της Μαρίας. Αν μάθουμε λοιπόν ποιός ήταν εκείνος ο έκτος μήνας, θα ξέρουμε και πότε άρχισε η εγκυμοσύνη της Μαρίας. Έπειτα, αφού μάθουμε πότε άρχισε η εγκυμοσύνη, θα ξέρουμε και το χρόνο της γεννήσεως (του Χριστού), αφού μετρήσουμε εννιά μήνες από τη σύλληψη.
Πως θα μάθουμε, λοιπόν, ποιός ήταν ο έκτος μήνας της εγκυμοσύνης της ΕλισάβετΑν μάθουμε ποιός ήταν ο μήνας που έγινε η σύλληψη. Αλλά με ποιόν τρόπο θα μάθουμε ποιός ήταν ο μήνας που συνέλαβεΑν μάθουμε ποιά εποχή ο σύζυγός της Ζαχαρίας πληροφορήθηκε από τον άγγελο τη χαρμόσυνη είδηση. Και αυτό πως θα το μάθουμεΑπό τις θείες Γραφές. Όπως μας λέγει το ιερό Ευαγγέλιο, ο άγγελος έφερε την χαρμόσυνη είδηση στο Ζαχαρία ενώ αυτός βρισκόταν στα Άγια των αγίων και του ανακοίνωσε τη γέννηση του Ιωάννη. Αν λοιπόν αποδειχθεί με σαφήνεια από την Αγία Γραφή ότι μόνο μία φορά το χρόνο εισήρχετο ο αρχιερέας στα Άγια των αγίων, και μονάχος, και πότε, και ποιό μήνα του χρόνου γίνεται η μοναδική αυτή είσοδος, θα είναι απόλυτα γνωστός και ο χρόνος που δόθηκε η χαρμόσυνη είδηση (στο Ζαχαρία).
Ότι λοιπόν μια φορά το χρόνο εισήρχετο στα Άγια των αγίων, και ο Παύλος το έκανε γνωστό και ο Μωυσής αυτό ακριβώς φανερώνει με τα εξής λόγια«Και μίλησε ο Κύριος στο Μωυσή και του είπε• πες στον αδελφό σου τον Ααρών να μην εισέρχεται κάθε ώρα στο Άγιο που βρίσκεται στο εσώτερο μέρος του καταπετάσματος και να μην πηγαίνει μπροστά στο θυσιαστήριο που είναι πάνω στην κιβωτό του μαρτυρίου, για να μη τιμωρηθεί με θάνατο». Και πάλι«Κανείς Ισραηλίτης δεν θα βρίσκεται στη σκηνή του Μαρτυρίου, όταν θα εισέρχεται ο Ααρών στα Άγια των αγίων για να κάνει την εξιλέωση αυτή μέχρι που να εξέλθει. Ο Ααρών θα κάνει την εξιλέωση για τον εαυτό του, για την οικογένειά του και για όλο το λαό του Ισραήλ. Και θα κάνει την εξιλέωση στο θυσιαστήριο που βρίσκεται μπροστά στον Κύριο» (Λευϊτ. 16, 1. 17).
Το ότι λοιπόν δεν εισήρχετο στα Άγια των αγίων συχνά, ούτε όταν ήταν μέσα επιτρεπόταν να επικοινωνήσει κανείς μαζί του, αλλά έπρεπε να στέκεται έξω από το καταπέτασμα, είναι γνωστό απ ὅσα αναφέρθηκαν. Ήδη τα γνωρίζεται όλα αυτά με κάθε ακρίβεια. Μένει, λοιπόν, να αποδείξω ποιός ήταν ο καιρός που εισήρχετο στα Άγια των αγίων και ότι αυτό το έκανε μονάχος μια φορά το χρόνο. Από που όμως διαφαίνεται αυτόΑπό το ίδιο αυτό βιβλίο. Γιατί το λέγει με τα εξής λόγια«κατά τον έβδομο μήνα, στις δέκα του μηνός, θα ταπεινώσετε τις ψυχές σας και καμία εργασία δε θα κάνετε κατά τη διάρκειά της, ούτε ο προσήλυτος που βρίσκεται μαζί σας. Γιατί την ημέρα αυτή θα γίνει εξιλαστήρια προσευχή για σας, για να σας καθαρίσει απ ὅλες τις αμαρτίες σας. Θα καθαρισθείτε μπροστά στον Κύριο. Απόλυτη αργία και ανάπαυση θα έχετε αυτή την ημέρα και θα ταπεινώσετε τις ψυχές σας. Αυτό θα είναι αιώνιο έθιμό σας. Και θα κάνει την εξιλαστήρια προσευχή εκείνος που θα τον κάνουν ιερέα, εκείνος που θα κριθεί τέλειος για την εκτέλεση των ιερατικών καθηκόντων μετά τον πατέρα του. Και θα φορέσει την αγία στολή του, και θα κάνει εξιλαστήρια προσευχή στο Άγιο του αγίου, και στη σκηνή του μαρτυρίου και στο θυσιαστήριο, και θα κάνει εξιλαστήρια προσευχή για τις αμαρτίες των ιερέων και για όσους βρίσκονται στη συναγωγή. Και διατηρείτε αιώνια το έθιμο αυτό, να κάνετε για το λαό του Ισραήλ θυσία που να εξιλεώνει το Θεό για όλες τις αμαρτίες τους. Μια φορά το χρόνο θα γίνεται αυτό, όπως όρισε ο Κύριος στο Μωυσή» (Λευϊτ. 16, 29). Εδώ ομιλεί για την εορτή της Σκηνοπηγίας. Γιατί τότε ήταν που ο αρχιερέας εισήρχετο μία φορά το χρόνο. Αυτό βέβαια και ο ίδιος το φανέρωσε λέγοντας«Μία φορά το χρόνο θα γίνεται αυτό».
5. Αφού λοιπόν ο αρχιερέας εισήρχετο μονάχος στα Άγια των αγίων κατά την ημέρα της σκηνοπηγίας, ας αποδείξουμε τώρα ότι παρουσιάστηκε ο άγγελος στο Ζαχαρία, όταν αυτός βρισκόταν στα Άγια των αγίων. Γιατί σ αὐτόν μόνο παρουσιάστηκε όταν έκανε την προσφορά του θυμιάματος, και ο αρχιερέας ποτέ άλλοτε δεν εισέρχεται μονάχος, παρά μόνο τότε. Και τίποτε δε μας εμποδίζει να δώσουμε προσοχή και στα εξής λόγια«Ζούσε στην εποχή του βασιλιά της Ιουδαίας Ηρώδη κάποιος ιερέας, που το όνομά του ήταν Ζαχαρίας, και η γυναίκα του ήταν απόγονος του Ααρών και ονομαζόταν Ελισάβετ» (Λουκ. 1, 5). «Όταν ο Ζαχαρίας εκτελούσε τα ιερατικά του καθήκοντα ενώπιον του Θεού με τη σειρά της εφημερίας των ιερέων, έπεσε σ αὐτόν, κατά τη συνήθεια της ιερατικής υπηρεσίας, ο κλήρος να θυμιάσει και να εισέλθει στο ναό του Κυρίου. Ολόκληρο δε το πλήθος του λαού προσευχόταν έξω κατά την ώρα που (ο Ζαχαρίας) πρόσφερε το θυμίαμα» (Λουκ. 1, 8-10). Θυμήσου τώρα, αγαπητέ μου τη μαρτυρία που λέγει«Και κανείς δεν θα βρίσκεται μέσα στη σκηνή του μαρτυρίου, όταν εκείνος εισέλθει στα Άγια των αγίων για να κάνει εξιλαστήρια προσευχή, μέχρι που να εξέλθει». «Τότε εμφανίστηκε σ αὐτόν άγγελος του Κυρίου, που στεκόταν στα δεξιά του θυσιαστηρίου του θυμιάματος» (Λουκ. 1, 11). Δεν είπε του θυσιαστηρίου που προσφερόταν θυσία, αλλά του θυσιαστηρίου του θυμιάματος. Γιατί το εξωτερικό θυσιαστήριο ήταν για θυσίες και ολοκαυτώματα, ενώ το εσωτερικό για θυμίαμα. Συνεπώς απ αὐτό και από το γεγονός ότι μόνο σ αὐτόν παρουσιάστηκε, και επειδή καθώς μας λέγουν οι Γραφές, ο λαός βρισκόταν έξω και τον περίμενε, είναι ολοφάνερο ότι εισήλθε στα Άγια των αγίων. «Και ταράχτηκε ο Ζαχαρίας όταν τον είδε και τον κατέλαβε φόβος. Του είπε δε ο άγγελος• “μη φοβάσαι Ζαχαρία, γιατί η προσευχή σου έχει εισακουσθεί και η γυναίκα σου η Ελισάβετ θα σου γεννήσει γιο και θα τον ονομάσεις Ιωάννη”. Και ο λαός ανέμενε το Ζαχαρία και απορούσαν γιατί αργοπορούσε πολύ στο ναό. Όταν βγήκε, τους έκανε νοήματα και δεν μπορούσε να τους μιλήσει» (Λουκ. 1, 12-22). Βλέπεις, λοιπόν, πως ήταν πίσω από το καταπέτασμαΤότε λοιπόν έλαβε τη χαρμόσυνη είδηση. Και αυτό έγινε την ημέρα της Σκηνοπηγίας και της νηστείας, γιατί αυτό δείχνει η φράση «ταπεινώσατε τις ψυχές σας». Εορτάζεται δε η εορτή αυτή από τους Ιουδαίους στα τέλη του μηνός Σεπτεμβρίου, όπως κι εσείς το γνωρίζετε με βεβαιότητα. Γιατί τότε εξεφώνησα τους πολλούς και μακρούς λόγους κατά των Ιουδαίων, επικρίνοντας την παράκαιρη νηστεία τους. Τότε λοιπόν συνέλαβε και η Ελισάβετ, η σύζυγος του Ζαχαρία• και έκρυβε την εγκυμοσύνη της πέντε μήνες λέγοντας«αυτό μου έκανε ο Κύριος κατά την ημέρα που αποφάσισε να με απαλλάξει από τη ντροπή που είχα μεταξύ των ανθρώπων» (Λουκ. 1, 25). Τώρα, λοιπόν, είναι η κατάλληλη στιγμή να αποδείξω ότι όταν αυτή βρισκόταν στον έκτο μήνα της εγκυμοσύνης της για να γεννήσει τον Ιωάννη, η Μαρία έλαβε τη χαρμόσυνη αγγελία ότι θα μείνει έγκυος. Μόλις λοιπόν την επισκέφθηκε ο Γαβριήλ της είπε«Μη φοβάσαι Μαριάμ γιατί βρήκες χάρη από το Θεό. Θα μείνεις έγκυος και θα γεννήσεις γιο και θα τον ονομάσεις Ιησού» (Λουκ. 1, 30-31). Επειδή όμως εκείνη ταράχτηκε και ζήτησε να μάθει τον τρόπο που θα γίνει αυτό, της ξαναμίλησε ο άγγελος και της είπε«Πνεύμα Άγιο θα έλθει σ ἐσένα και δύναμη του Υψίστου θα σε προστατεύσει• γι΄ αυτό και το Άγιο που θα γεννηθεί θα ονομαστεί Υιός Θεού. Και η Ελισάβετ η συγγενής σου, συνέλαβε κι αυτή γιο στα γεράματά της και αυτή που θεωρείται στείρα, βρίσκεται τώρα στον έκτο μήνα της, γιατί κανένα πράγμα δεν είναι ακατόρθωτο από το Θεό» (Λουκ. 1, 35-37). Αν λοιπόν η εγκυμοσύνη της Ελισάβετ άρχισε μετά το Σεπτέμβριο, καθώς έχει αποδειχθεί, πρέπει να μετρήσουμε έξι μήνες μετά απ αὐτόν. Είναι οι μήνες αυτοί• Οκτώβριος, Νοέμβριος, Δεκέμβριος, Ιανουάριος, Φεβρουάριος, Μάρτιος.
Μετά λοιπόν τον έκτο μήνα (που έμεινε έγκυος η Ελισάβετ) άρχισε η εγκυμοσύνη της Μαρίας. Επομένως αν μετρήσουμε εννιά μήνες μετά απ αὐτόν θα φθάσουμε σ αὐτόν τον τωρινό για τον οποίο μιλάμε. Ο πρώτος λοιπόν μήνας της συλλήψεως του Κυρίου είναι ο Απρίλιος που αντιστοιχεί στον Ξανθικό, μετά τον οποίο ακολουθούν οι Μάϊος, Ιούνιος, Ιούλιος, Αύγουστος, Σεπτέμβριος Οκτώβριος, Νοέμβριος, Δεκέμβριος, ο μήνας στον οποίο βρισκόμαστε και εορτάζουμε την ημέρα αυτή. Και για να γίνει περισσότερο κατανοητό αυτό που υποστηρίζω, θα επαναλάβω, στην αγάπη σας, με συντομία πάλι τα όσα λέγω. Μία φορά το χρόνο εισήρχετο μονάχος ο αρχιερέας στα Άγια των αγίων. Και πότε γινόταν αυτόΤο μήνα Σεπτέμβριο. Τότε λοιπόν εισήλθε ο Ζαχαρίας στα Άγια των αγίων. Τότε του έστειλε και ο Θεός τη χαρμόσυνη είδηση της γεννήσεως του Ιωάννη. Βγήκε λοιπόν απ ἐκεῖ και άρχισε η εγκυμοσύνη της γυναίκας του. Μετά το Σεπτέμβριο και όταν η Ελισάβετ βρισκόταν στον έκτο μήνα, που είναι ο Μάρτιος, άρχισε η εγκυμοσύνη της Μαρίας. Αν μετρήσουμε λοιπόν από τον Απρίλιο εννιά μήνες θα φθάσουμε σ αὐτόν το μήνα που γεννήθηκε ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός.
Η ενανθρώπηση του Θεού.
6. Σας κατέστησα γνωστά μέχρι τώρα όλα τα σχετικά με αυτή την ημέρα. Αφού αναφέρω ακόμη ένα, θα τελειώσω την ομιλία μου και θα δώσω τη θέση μου στον κοινό δάσκαλο για τα σημαντικότερα. Επειδή λοιπόν πολλοί ειδωλολάτρες, όταν ακούσουν ότι ο Θεός γεννήθηκε με ανθρώπινη μορφή, μας περιγελούν και μας προσβάλλουν, και ενοχλούν και στενοχωρούν πολλούς απλοϊκούς χριστιανούς, είναι ανάγκη και σε κείνους και στους άλλους που στενοχωρούνται να απευθυνθώ, ώστε ποτέ στο εξής να μη θορυβούνται παρασυρμένοι από ανόητους ανθρώπους και για να μην τους ενοχλούν οι κοροϊδίες των απίστων. Γιατί και τα μικρά παιδιά πολλές φορές γελούν όταν εμείς συζητάμε για σπουδαία ζητήματα και ασχολούμαστε με σοβαρές υποθέσεις. Το γέλιο όμως δεν είναι απόδειξη ότι είναι γελοία αυτά που κοροϊδεύει κανείς, αλλά απόδειξη της ανοησίας αυτού που τα κοροϊδεύει. Αυτό βέβαια μπορούμε να πούμε και για τους ειδωλολάτρες, πως επειδή είναι περισσότερο ανόητοι κι από τα παιδιά, κοροϊδεύουν εκείνα για τα οποία πρέπει κανείς να νιώθει θαυμασμό και μεγάλο σεβασμό, ενώ, αντίθετα, σέβονται και υποστηρίζουν εκείνα που είναι πραγματικά γελοία. Αλλά και τα δικά μας που εκείνοι τα κοροϊδεύουν, εξακολουθούν να παραμένουν σεβαστά και δεν ζημιώνει καθόλου τη δόξα τους το ότι τα κοροϊδεύουν εκείνοι. Τα δικά τους αντίθετα αν και τα υποστηρίζουν με κάθε τρόπο, δείχνουν τη δική τους κατωτερότητα. Αλήθεια, δεν είναι σημάδι της πιο μεγάλης παραφροσύνης το ότι αυτοί (οι ειδωλολάτρες) που είναι επιρρεπείς στο να εισάγουν τους θεούς τους σε ξύλα και σε βράχους και σε τιποτένια ξόανα, και τους κλίνουν εκεί μέσα σαν σε δεσμωτήριο, να νομίζουν ότι ούτε κάνουν ούτε λένε τίποτε αξιοκαταφρόνητο, εμάς δε να κατηγορούν γιατί λέμε ότι ο Θεός κατασκεύασε για τον εαυτό του, δια του Αγίου Πνεύματος, ναό και ευεργέτησε με τον τρόπο αυτό την οικουμένηΑλλά είναι κατηγορία αυτήΓιατί αν είναι υποτιμητικό να κατοικήσει ο Θεός μέσα σε ανθρώπινο σώμα, είναι πολύ χειρότερο να κατοικήσει μέσα σε βράχους και σε ξύλα, μάλιστα τόσο πιο πολύ υποτιμητικό όσο κατώτερα είναι σε σύγκριση με τον άνθρωπο ο βράχος και το ξύλο, εκτός βέβαια κι αν έχουν τη γνώμη πως εμείς οι άνθρωποι είμαστε κατώτεροι από τα άψυχα αυτά αντικείμενα. Γιατί αυτοί τολμούν να καταβιβάζουν την ουσία του Θεού σε γάτες και σε σκύλους, και πολλοί αιρετικοί σε ακόμη κατώτερα όντα. Εμείς όμως τέτοιο δε λέμε, ούτε θα ανεχόμασταν ποτέ να ακούσουμε. Εμείς μόνο τούτο ομολογούμε, ότι ο Χριστός έλαβε από παρθενική μήτρα σώμα άγιο και καθαρό, αμόλυντο από κάθε αμαρτία και επανέφερε στην πρώτη του κατάσταση το δημιούργημά Του. Αλλά εκείνοι και οι Μανιχαίοι, που ασεβούν κατά τον ίδιο τρόπο μ αὐτούς, πιστεύουν ότι ο Θεός κατοικεί σε σκύλους, πίθηκους και άλλα ζώα (αφού υποστηρίζουν ότι όλα αυτά έχουν ψυχή από τη θεϊκή ουσία), και δε φοβούνται ούτε ντρέπονται να υποστηρίζουν για μας αυτά, λέγοντας πως έχουμε αντιλήψεις που δε ταιριάζουν στο Θεό, γιατί δεν ανεχόμαστε ούτε και να σκεφθούμε κάτι από αυτά. Εμείς όμως υποστηρίζουμε αυτό που έπρεπε και άρμοζε στο Θεό, ότι δηλαδή αφού ήλθε κατά τον τρόπο της γεννήσεως αυτής, αποκατέστησε το δημιούργημά του. Πες μου, λοιπόν, άνθρωπε, ποιά είναι η γνώμη σουΕνώ από τη μια υποστηρίζεις πως η ψυχή των φονιάδων και των μάγων προήλθε από την ουσία του Θεού, απ τήν άλλη τολμάς να μας κατακρίνεις, επειδή τίποτε από αυτά δεν ανεχόμαστε, ούτε αντέχουμε να το ακούμε να λέγεται, αλλά και θεωρούμε ασεβείς εκείνους που απλώς τα αναφέρουν. Εμείς υποστηρίζουμε τούτο, ότι ο Θεός κατασκεύασε για τον εαυτό του ναό αμόλυντο και με τον τρόπο αυτό έφερε στη ζωή τη δική μας το πολίτευμα των ουρανών.
Και πως δεν θα άξιζε να τιμωρηθείτε με άπειρους θανάτους και για τα εγκλήματα που μας κατηγορείτε και για τις ασέβειες που συνεχίζετε να διαπράττετεΓιατί αν, όπως ισχυρίζεστε εσείς, είναι ανάρμοστο στο Θεό να κατοικήσει σε σώμα καθαρό και αμόλυντο, είναι πολύ πιο ανάρμοστο να ενοικήσει στο σώμα του μάγου, του τυμβωρήχου, του ληστή, του πίθηκου και του σκύλου, και όχι στο άγιο και αγνό σώμα που τώρα κάθεται δεξιά του θρόνου της μεγαλωσύνης του Πατρός. Γιατί ποιά βλάβη η ποιά προσβολή θα πάθαινε ο Θεός από την οικονομία αυτήΔεν βλέπετε αυτόν εδώ τον ήλιο του οποίου το σώμα είναι αισθητό και φθαρτό και μεταβλητό αντικείμενο, έστω κι αν απείρως στενοχωρούνται οι ειδωλολάτρες και οι Μανιχαίοι με το να τα ακούνε αυτάΚαι όχι μονάχα ο ήλιος, μα και η γη, και η θάλασσα, και όλη γενικά η ορατή φύση υπόκειται στη φθορά. Άκουε τον Παύλο που το διακηρύττει με αυτά τα λόγια«στη ματαιότητα υποτάχτηκε (η κτίση), όχι με τη θέλησή της, αλλά επειδή την ανάγκασε εκείνος που την υπέταξε, με την ελπίδα της απελευθέρωσής της» (Ρωμ. 8, 20). Έπειτα για να δηλώσει τι σημαίνει η υποταγή στη ματαιότητα, πρόσθεσε«ότι και αυτή θα ελευθερωθεί από τη δουλεία της φθοράς, για να εισέλθει στην ένδοξη ελευθερία των παιδιών του Θεού» (Ρωμ. 8, 21). Ώστε τώρα η φύση είναι μεταβλητή, είναι φθαρτή. Γιατί όταν λέμε ότι ένα πράγμα είναι υποταγμένο στη φθορά, δεν εννοούμε τίποτε άλλο, παρά ότι είναι φθαρτό. Αφού λοιπόν ο ήλιος, που είναι σώμα φθαρτό, ρίχνει παντού τις ακτίνες του και ερχόμενος σε επαφή με βόρβορους, ακαθαρσίες και με πολλά άλλα τέτοια πράγματα δε χάνει τίποτε από την καθαρότητά του λόγω της επαφής του με τα σώματα αυτά, αλλά και πάλι ανακαλεί τις ακτίνες του καθαρές, αφού μεταδώσει από τη δική του λαμπρότητα σε πολλά από τα αντικείμενα που δέχτηκαν τις ακτίνες του, χωρίς να παίρνει ούτε το ελάχιστο από τη δυσωδία και την ακαθαρσία, πολύ περισσότερο ο Ήλιος της δικαιοσύνης, ο Κύριος των ασωμάτων δυνάμεων, όχι μόνο δε μολύνθηκε με το να προσλάβει καθαρή (ανθρώπινη) σάρκα, αλλά και αυτή την ίδια την έκανε καθαρότερη και αγιότερη.
Γνωρίζοντας, λοιπόν, όλα αυτά κι έχοντας στο νου μας τους λόγους εκείνους«Θα κατοικήσω μέσα σ αὐτούς και θα βαδίσω ανάμεσά τους» (Λευϊτ. 26, 12), και αλλού«Εσείς είστε ναός του Θεού και το Πνεύμα του Θεού κατοικεί μέσα σας» (Α´ Κορ. 3, 16), ας απαντάμε κι εμείς σε κείνους και ας αποστομώνουμε τους ασεβείς, και ας αισθανόμαστε χαρά για τα αγαθά μας δοξάζοντας το Θεό για την τόσο μεγάλη συγκατάβαση, και ας αποδώσουμε σ Αὐτόν, όσο μπορούμε, την τιμή και την ανταμοιβή που του αξίζει. Εμείς όμως καμιά ανταμοιβή δεν μπορούμε να δώσουμε στο Θεό παρά μόνο τη σωτηρία μας και τη σωτηρία της ψυχής μας, και τη φροντίδα μας για την αρετή.
Πως πρέπει να προσερχόμαστε στη θεία Κοινωνία.
7. Ας μη γινόμαστε, λοιπόν, αχάριστοι στον Ευεργέτη μας, αλλά ας του προσφέρουμε όλοι, όσο μπορούμε, τα πάντα, δηλαδή πίστη, ελπίδα, αγάπη, σωφροσύνη, ελεημοσύνη, φιλοξενία. Και για ό,τι κατά το παρελθόν σας παρακίνησα, γι αὐτό θα σας παρακινήσω και τώρα και δε θα πάψω ποτέ να σας παρακινώ. Ποιό είναι αυτόΌταν πρόκειται να προσέλθετε στη φρικτή και ιερή Τράπεζα και την ιερή μυσταγωγία της θείας Ευχαριστίας, κάνετε τούτο με φόβο και με τρόμο, με καθαρή συνείδηση, με νηστεία και προσευχή, χωρίς να ενοχλείτε και να χτυπάτε και να σπρώχνετε τους γύρω σας. Γιατί αυτό δείχνει πολύ μεγάλη απερισκεψία και όχι τυχαία περιφρόνηση. Γι΄ αυτό σε όσους συμπεριφέρονται έτσι επέρχονται μεγάλες τιμωρίες και ποινές.
Σκέψου, άνθρωπε, σε ποιά θυσία πρόκειται να προσεγγίσεις, σε ποιό θυσιαστήριο πλησιάζεις, και θυμήσου ότι ενώ είσαι χώμα και στάχτη, μεταλαμβάνεις Σώμα και Αίμα Χριστού. Και όταν τύχει να σας καλέσει στο τραπέζι του κάποιος βασιλιάς, συμμετέχετε με σεβασμό, λαμβάνοντας από τα παρατιθέμενα φαγητά με κοσμιότητα και ησυχία. Ενώ όταν σας προσκαλεί ο Θεός στην Τράπεζά Του και σας προσφέρει τον Υιό Του, τη στιγμή κατά την οποία παραστέκονται με φόβο και τρόμο αγγελικές δυνάμεις, και τα Χερουβίμ σκεπάζουν τα πρόσωπά τους, και τα Σεραφείμ ψάλλουν με τρόμο, Άγιος, Άγιος, Άγιος, Κύριος, εσύ, πες μου, φωνάζεις και προξενείς θόρυβο μπροστά σ αὐτή την πνευματική τράπεζαΔεν γνωρίζεις, ότι τη στιγμή εκείνη η ψυχή σου πρέπει να είναι γεμάτη με γαλήνηΠολλή γαλήνη και ησυχία είναι απαραίτητη, όχι οργή και ταραχή. Γιατί αυτά κάνουν ακάθαρτη την ψυχή που προσέρχεται. Ποιά συγνώμη θα μπορούσε να υπάρξει για μας, αν ύστερα από τις τόσες αμαρτίες μας δεν είμαστε απαλλαγμένοι απ αὐτά τα παράλογα πάθη μας ούτε τη στιγμή που προσερχόμαστε (να κοινωνήσουμε) Και γενικά, τι πιο αναγκαίο υπάρχει από αυτά που προσφέρονται στην Αγία ΤράπεζαΗ τι μας απασχολεί ώστε να αφήσουμε το μυστήριο και βιαστικοί να σπεύσουμε αλλούΜη, σας παρακαλώ και σας ικετεύω, ας μην προκαλέσουμε εναντίον μας την οργή του Θεού. Αυτό που βρίσκεται μπροστά μας είναι φάρμακο σωτήριο για τις πληγές μας, είναι πλούτος αστείρευτος που μας προσφέρει τη βασιλεία των ουρανών.
Ας προσέλθουμε, λοιπόν, με φόβο και ας ευχαριστήσουμε το Θεό, ας προσπέσουμε με συντριβή εξομολογούμενοι τις αμαρτίες μας, ας κλάψουμε από λύπη για τις αμαρτίες μας, ας κάνουμε πολλή ώρα την προσευχή μας στο Θεό. Κι αφού με τον τρόπο αυτό εξαγνιστούμε, με κατάλληλη προσοχή και τάξη ας προσέλθουμε στο μυστήριο σαν να παρουσιαζόμαστε μπροστά στο Βασιλέα των ουρανών. Και αφού δεχθούμε την αγνή και άγια θεία Ευχαριστία, ας την ασπαστούμε, ας την εναγκαλιστούν οι οφθαλμοί μας και ας αναθερμάνουμε το λογικό μας, έτσι ώστε η συγκέντρωση γύρω από τη θυσία να μην αποβεί σε καταδίκη και κατάκρισή μας, αλλά σε ψυχική γαλήνη, σε αγάπη, σε αρετή, σε συμφιλίωση με το Θεό, σε σταθερή ειρήνη και βάση για μυριάδες αγαθά, για να εξαγιάσουμε τους εαυτούς μας αλλά και τους πλησίον μας να ωφελήσουμε.
Γι΄ αυτά συνεχώς ομιλώ και δε θα παύσω να ομιλώ. Γιατί ποιό το όφελος να προστρέχετε άσκοπα εδώ και να μη μαθαίνετε τίποτα το ωφέλιμοΠοιό το κέρδος αν διαρκώς μιλάμε για τα ευχάρισταΣύντομη είναι, αγαπητοί μου, η παρούσα ζωή και ας προσέξουμε, ας ανοίξουμε τα μάτια μας, ας συγκεντρώσουμε τον ψυχικό μας κόσμο, ας επιδείξουμε γνήσιο το ενδιαφέρον μας για όλους, ας γίνουμε ευσεβείς σε όλα. Και είτε είναι ανάγκη να ακούτε το θείο κήρυγμα, είτε να προσέρχεστε στη θεία Κοινωνία, είτε κάνετε οτιδήποτε άλλο, με φόβο και με τρόμο Θεού να το κάνετε για να μην προκαλέσετε με την αδιαφορία σας την οργή του Θεού. Γιατί λέγει η Γραφή«Καταραμένος είναι εκείνος που με αδιαφορία εκτελεί το καθήκον του προς το Θεό» (Ιερεμ. 48, 10). Ο θόρυβος και η οργή αποτελούν μεγάλη προσβολή για τη θεία Κοινωνία. Είναι η μεγαλύτερη περιφρόνηση να προσφέρεις μολυσμένο τον εαυτό σου στο Θεό. Άκουσε τι λέγει για τους ανθρώπους αυτούς ο Απόστολος«Όποιος καταστρέφει το ναό του Θεού, ο Θεός θα τον καταστρέψει» (Α´ Κορ. 3, 17). Να μην εξοργίζουμε λοιπόν το Θεό αντί να συμφιλιωνόμαστε μαζί Του, αλλά να επιδεικνύουμε όλο μας το ενδιαφέρον, όλη τη σεμνότητά μας και την ψυχική μας γαλήνη και να προσερχόμαστε με προσευχή και συντετριμμένη καρδιά για να μπορέσουμε μ αὐτόν τον τρόπο να εξιλεώσουμε τον Κύριό μας Ιησού Χριστό και να αποκτήσουμε τα αγαθά που μας υποσχέθηκε, με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του ίδιου του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον Οποίο μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα ανήκει η δόξα, η δύναμη και η τιμή, τώρα και πάντοτε και στους απέραντους αιώνες. Αμήν.
Πηγή: PG.49, 351- 361.
Η Ερμηνεία της εικόνας της Γέννησης του Χριστού
Οι ναοί μας είναι γεμάτοι εικόνες και κάθε εικόνα αποτελεί κι ένα ολόκληρο βιβλίο, που μας διδάσκει. «Βιβλία των αγραμμάτων» ονομάζει τις εικόνες ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, εφόσον εκεί αποτυπώνεται παραστατικά η διδασκαλία της Εκκλησίας μας. Ας ερμηνεύσουμε, λοιπόν, τι μπορεί κανείς να «διαβάσει» στην εικόνα της Γέννησης του Ιησού Χριστού.
Στο κέντρο της εικόνας ζωγραφίζεται ως βρέφος ο Χριστός, να γεννιέται μέσα σε ένα σκοτεινό σπήλαιο, το οποίο συμβολίζει το σκότος της άγνοιας ή της εσφαλμένης αντίληψης της πεπτωκυίας ανθρωπότητας για τον Θεό. Με τη γέννηση του Χριστού φανερώνεται μια καινούργια σχέση μεταξύ Θεού και ανθρώπου, η Θεανθρωπία. Ο Χριστός είναι το θείο πρόσωπο του ανθρώπου και το ανθρώπινο πρόσωπο του Θεού.
Ο Πατέρας συμβολίζεται με το ημικύκλιο του ουρανού από όπου ξεκινά η ακτίνα του αστέρα, στο άνω μέσο της εικόνας, και το Άγιο Πνεύμα με τον κύκλο στο μέσο της ακτίνας, η οποία καταλήγει στο Θείο Βρέφος.
Στην εικόνα, δίπλα από τον Χριστό, ζωγραφίζεται η Παναγία, η οποία συμβολίζει την ανθρωπότητα που ελεύθερα δέχεται τον Θεό. Η Παναγία είναι το «ναι» της αγάπης των ανθρώπων, που συναντά το «ναι» της αγάπης του Θεού.
Η εικόνα της Γέννησης του Χριστού, έχοντας στο κέντρο της τον Χριστό και δίπλα του την Παναγία, δείχνει στον άνθρωπο τον καινούργιο κόσμο του Θεού, που δύναται να αντικαταστήσει τον κόσμο της πτώσης.
Μέσα από την εικόνα φανερώνεται με κάθε βεβαιότητα, ότι μπορεί να νικηθεί ο θάνατος. Αυτό συμβολίζεται στην εικόνα με το ότι το Θείο Βρέφος είναι τυλιγμένο με λευκά σπάργανα, όπως τυλίγονταν οι νεκροί την εποχή εκείνη. Αυτό αποτελεί προτύπωση του Πάθους του Χριστού και της νίκης Του επί της φθοράς και του θανάτου.
Στο άνω δεξιό άκρο της εικόνας, ζωγραφίζονται άγγελοι να αναγγέλουν τη γέννηση του Χριστού στους ποιμένες, απαλλάσσοντας την ανθρωπότητα από λανθασμένες περί Θεού αντιλήψεις. Ο Θεός που γεννιέται δεν είναι ο Θεός διαφόρων φυσικών θρησκειών, που η συνάντηση του ανθρώπου μαζί του προκαλεί φόβο. Έχοντας αυτές τις αντιλήψεις κατά νου, οι βοσκοί μπροστά στην εμφάνιση του Αγγέλου δικαιολογημένα «κατατρόμαξαν». Το μήνυμα όμως του Αγγέλου είναι εντελώς διαφορετικό από αυτό που περίμεναν: «Μην φοβάστε. Σας φέρνω ένα χαρμόσυνο άγγελμα, που θα γεμίσει όλο τον κόσμο με χαρά» (Λουκ. 2, 9-10). Ο αγγελικός ύμνος δείχνει ότι ο Ιησούς Χριστός είναι η φανέρωση του ουράνιου Θεού, η «επί γης ειρήνη» και η Θεία φιλανθρωπία.
Οι άνθρωποι ανέκαθεν δημιουργούσαν συνασπισμούς με βάση μια διαφορά, βιολογική ή κοινωνική, και συγκρούονταν ολέθρια μεταξύ τους. Η εικόνα, όμως, παρουσιάζει ένα κόσμο τελείως διαφορετικό, στον οποίο η διαφορά δεν άγει στη διαίρεση αλλά στην ενότητα.
Έτσι, η εικόνα αρχικά παρουσιάζει τη διαφορά στην ενότητα των ηλικιών. Ο πρώτος αριστερά Μάγος ζωγραφίζεται νέος, ο μεσαίος μεσήλικας και ο τρίτος γέροντας. Με τον τρόπο αυτό τονίζεται η γεφύρωση του χάσματος των γενεών. Η παιδική αθωότητα, η ώριμη δημιουργικότητα και η γεροντική σοφία καταξιώνονται με την αποδοχή από τον άνθρωπο της πρόσκλησης αγάπης του Θεού.
Ακόμη, η εικόνα παρουσιάζει τη διαφορά στην ενότητα των φυλών. Ο ένας από τους τρεις Μάγους ζωγραφίζεται μαύρος. Αυτό σημαίνει ότι όλοι οι άνθρωποι, ανεξαρτήτως φυλής και απόχρωσης είναι ίσοι.
Επίσης, η εικόνα παρουσιάζει την ενότητα, μέσω της διαφοράς, των εθνών. Οι ποιμένες είναι Εβραίοι, ενώ οι Μάγοι εθνικοί. Την έχθρα και το μίσος που χώριζε Ιουδαίους και εθνικούς έρχεται να αντικαταστήσει η συμφιλίωση.
Τέλος, οι βοσκοί είναι φτωχοί και αμόρφωτοι, ενώ οι Μάγοι πλούσιοι και μορφωμένοι.
Η εικόνα της Γέννησης του Χριστού, λοιπόν, προσκαλεί τον άνθρωπο να αγαπήσει τους πάντες, ανεξάρτητα από ηλικία, έθνος, τάξη και ούτω καθεξής. Όλοι οι άνθρωποι- μητέρες, βρέφη, βασιλείς, ποιμένες – είναι τέκνα του Θεού και αδέλφια μεταξύ τους.
Πέραν της αρμονικής συνύπαρξης με τον Θεό, τον εαυτό του και το συνάνθρωπο, η εικόνα της Γέννησης του Χριστού, προβάλλει και την αρμονική συνύπαρξη του ανθρώπου με τη φύση. Στην εικόνα , εκτός από τα δύο ζώα που φαίνονται στη φάτνη, ζωγραφίζονται το βουνό, το σπήλαιο, τα πρόβατα των ποιμένων, τα άλογα των μάγων, δέντρα και πουλιά. Επομένως, όλα τα πλάσματα του Θεού είναι προσκεκλημένα στην αρμονική συνύπαρξη ανθρώπου και φύσης.
Την υποταγή της φύσης στον άνθρωπο και την παράλληλη υποταγή του ανθρώπου στη φύση, αντικαθιστά η μεταμόρφωση του κόσμου σε Ναό του Θεού. Μέσα σε αυτόν όλα τα όντα δοξολογούν τον Θεό σε μια μεγαλειώδη «μουσική συμφωνία», με μαέστρο τον άνθρωπο. Αυτό συμβολίζει ο ποιμένας που ζωγραφίζεται να αυλίζει στο μέσο δεξιό μέρος της εικόνας.
Για την είσοδο του ανθρώπου στον καινούργιο κόσμο του Θεού είναι απαραίτητη η αναγέννησή του. Η αναγκαιότητα της αναγέννησης αυτής, προβάλλεται με την παρουσίαση του λουτρού του Θείου Βρέφους από τις μαίες, που ζωγραφίζεται στο κάτω δεξιό άκρο της εικόνας.
Στην εικόνα, μάλιστα δεν είναι τυχαίο που η φάτνη ζωγραφίζεται να μοιάζει με Αγία Τράπεζα. Λόγω του ότι στη Θεία Ευχαριστία, οι άνθρωποι γίνονται αδελφοί, γιατί μοιράζονται τον Χριστό, τον Άρτο της Ζωής.
Συνεπώς, ο άνθρωπος είναι ελεύθερος να δεχθεί ή να απορρίψει την πρόταση αγάπης του Θεού. Η εικόνα της Γέννησης του Χριστού παρουσιάζει το μεγαλείο αυτό στο κάτω αριστερό μέρος. Εκεί ζωγραφίζεται ο Ιωσήφ σκεφτικός, να απορεί για την παρθενική γέννηση του Χριστού. Μπροστά του στέκεται μεταμφιεσμένος σε βοσκό ο διάβολος, προσπαθώντας να διαβάλει τον Θεό και να ενσπείρει αμφιβολίες για τη φιλανθρωπία Του. Κρατώντας ένα αποξηραμένο ξύλο απευθύνεται στον Ιωσήφ, λέγοντάς του ότι όπως είναι αδύνατο να βλαστήσει ένα αποξηραμένο ξύλο, έτσι είναι αδύνατο να γεννήσει μία γυναίκα παρθένος.
Εν κατακλείδι στη συγκεκριμένη περίπτωση ο Ιωσήφ υπερνικά τις αμφιβολίες και υπηρετεί ελεύθερα το θέλημα του Θεού. Γι΄ αυτό και ζωγραφίζεται με φωτοστέφανο. Παρόμοια κάθε πιστός καλείται να νικήσει τους διάφορους πειρασμούς, όπως ο Ιωσήφ, που αμφισβητούν τον καινούργιο κόσμο του Θεού.
Λαζάρω Παναγιώτου
Πηγή: «Η καθολική συνύπαρξη:
Η εικόνα της γέννησης του Χριστού.
Δρος Σταύρος Σ. Φωτίου».
Το νόημα των Χριστουγέννων
«Έπεφτε πυκνό χιόνι και κόντευε να νυχτώσει. Ήταν η τελευταία βραδιά του χρόνου, η παραμονή της Πρωτοχρονιάς. Μέσα σ΄ εκείνο το κρύο και σ΄ εκείνο το σκοτάδι, ένα φτωχό κοριτσάκι περπατούσε στο δρόμο, χωρίς να φοράει τίποτα στο κεφάλι, ούτε στα πόδια του… Το κοριτσάκι βάδιζε ξυπόλητο και τα πόδια του είχαν μελανιάσει από το κρύο. Μέσα στην τσέπη της κουρελιασμένης ποδιάς της είχε ένα σωρό σπίρτα… Το κοριτσάκι πεινούσε και κρύωνε κι ήταν αδύνατο, κι έτρεμε ολόκληρο. Η καημένη η μικρούλα!… Τα φώτα έκαναν να λάμπουν τα τζάμια των παραθυριών κι έφτανε ως το δρόμο η μυρωδιά από τα πουλερικά που έψηναν στις κουζίνες… Τα καημένα τα χεράκια της δεν τα ΄νιώθε πια από το πολύ το κρύο. Ένα σπίρτο θα τα ζέσταινε λιγάκι. Αν τολμούσε να βγάλει ένα, μονάχα ένα, απ΄ το κουτί και να τ΄ ανάψει να ζεστάνει τα δάχτυλά της! Τράβηξε ένα: κριτς! Πώς έλαμψε! Πώς άναψε! Ήτανε μια φλογίτσα καθαρή και ζεστή κι έμοιαζε με κεράκι, καθώς τη σκέπασε με τις χούφτες της. Τι παράξενο φως!… Άναψε και δεύτερο σπίρτο… Τι έκπληξη! Τι ευτυχία! Ξαφνικά, η ψημένη χήνα πήδησε από την πιατέλα και κύλησε στο πάτωμα, με το πιρούνι και το μαχαίρι καρφωμένα απάνω της… Άναψε αμέσως και το τρίτο σπίρτο. Και τότε το φτωχό κοριτσάκι είδε πως καθόταν κάτω από ένα υπέροχο Χριστουγεννιάτικο δέντρο… Το σπίρτο έσβησε. Όλα τα κεράκια του Χριστουγεννιάτικου δέντρου ανέβαιναν, ανέβαιναν και τότε είδε πως δεν ήταν κεράκια, αλλά αστέρια. Ένα απ΄ αυτά τ΄ αστέρια έπεσε και χάραξε μια φωτεινή γραμμή στον ουρανό. Κάποιος πεθαίνει μουρμούρισε το κοριτσάκι. Γιατί η γιαγιά του, που μόνο εκείνη ήτανε καλή γι΄ αυτό, αλλά δεν ζούσε πια, έλεγε συχνά όταν πέφτει ένα αστέρι, μια ψυχούλα ανεβαίνει στο Θεό. Το φτωχό κοριτσάκι άναψε άλλο σπίρτο. Μέσα στη λάμψη του, παρουσιάστηκε η γιαγιά της που της χαμογελούσε. Γιαγιά φώναξε η μικρούλα πάρε με μαζί σου… Πήρε το κοριτσάκι στην αγκαλιά της η γιαγιά, και πέταξαν κι οι δυο χαρούμενες, μέσα σ΄ εκείνη τη λάμψη. Δεν υπήρχε πια ούτε κρύο, ούτε πείνα, ούτε αγωνία. Ήταν κοντά στο Θεό!» (Το κοριτσάκι με τα σπίρτα, Άντερσεν Χανς Κρίστιαν).
Η περίοδος των Χριστουγέννων, λοιπόν, που όλοι περιμέναμε με ιδιαίτερη ανυπομονησία, έχει ήδη αρχίσει. Άραγε, όμως, πώς θέλουμε να τη γιορτάσουμε; Κοσμικά ή πνευματικά;
Αναμφίβολα, το νόημα των Χριστουγέννων είναι βαθύτατα πνευματικό και σωτήριο. Τώρα είναι η εποχή που γιορτάζουμε την ένωση του κτιστού πλάσματος, με τον ίδιο τον Άκτιστο Πλάστη και Θεό. Η είσοδος του Υιού του Θεού, μέσα από την παρθένο Μαρία, στον κόσμο ήταν η κορύφωση της Θείας Οικονομίας. Πρόκειται, άλλωστε, για την εκπλήρωση της υπόσχεσης που έδωσε ο Θεός στον άνθρωπο, ότι θα αλλάξει την πορεία του από την φθορά και τον θάνατο στην Θέωση κατά χάριν. Τα Χριστούγεννα, λοιπόν, είναι η αφετηρία, η Ανάσταση, η αρχή της δικής μας ανάστασης.
Σήμερα, όμως, το θρησκευτικό περιεχόμενο των Χριστουγέννων φαίνεται ξένο και απόμακρο. Το σκηνικό, που το συνθέτει, μεγαλοπρεπές: παντού στολίδια, φωτάκια, τραπεζώματα, γλέντια, πολυτελή ρεβεγιόν. Κάποιοι περιμένουν ανυπόμονα τα Χριστούγεννα, για να πάρουν τον περιβόητο δέκατον τρίτο μισθό, ώστε να είναι σε θέση να καταναλώσουν με πάθος τις ακατάπαυστες ανάγκες τους. Μάλιστα, αξιοσημείωτο είναι ότι κατά τις μέρες των Χριστουγέννων τα παιδιά ανά το παγκόσμιο γιορτάζουν ένα χοντρό παππού, δυτικών προδιαγραφών, με κόκκινη στολή και ελαφάκια, σύμβολο ακράδαντο της καταναλωτικής-αγελοποιημένης κοινωνίας και της σύγχρονης κάλπικης ευτυχίας.
Ως εκ τούτου τα παραπάνω έρχονται σε πλήρη αντίθεση με την εικόνα της Γεννήσεως. Το σπήλαιο, στο κέντρο του οποίου βρίσκεται ο «τεχθείς» Σωτήρας του κόσμου μαζί με τους ποιμένες, τους Μάγους και τα ζώα, που το περιβάλλουν αγκαλιάζοντας την Αγία Οικογένεια, έχουν αντικατασταθεί με την απολυτοποίηση της ύλης και την απόρριψη της πνευματικής πλευράς των Χριστουγέννων.
Το περιεχόμενο των Χριστουγέννων όμως δεν μπορεί να είναι η εποχιακή ευκαιρία για ανταλλαγή δώρων. Το αυθεντικό μήνυμα της γέννησης του Θεανθρώπου βιώνεται μόνο μέσα από την πνευματική περισυλλογή και την προσωπική μετάνοια. Καθώς και μέσα από τη νηστεία και τη συγγνώμη προς τους αδελφούς μας, γεγονότα που χαρίζουν στον άνθρωπο συναισθήματα βαθύτερα από το όποιο υλικό δώρο. Το μήνυμα των Χριστουγέννων ας το ψάξουμε, λοιπόν, στο έργο του Αγίου Βασιλείου από την Καισαρεία, που σε αντίθεση με τον σύγχρονο Άϊ Βασίλη εκφράζει, μέσα από το έργο του, την ουσία της φιλανθρωπίας και όχι της αχαλίνωτης υλικής ευδαιμονίας.
Τα υλικά αγαθά, με λογική και μέτρο δεν τα απορρίπτει η Εκκλησία μας βέβαια. Όπως έχει δηλώσει σε συνέντευξή του ο Μητροπολίτης Μεσογαίας και Λαυρεωτικής κ. Νικόλαος «και τα λαμπάκια και το δέντρο καλά είναι, αλλά να μη μένουμε όμως μόνο σ΄ αυτά». Μαζί με την υλική χαρά, που και αυτή την χρειάζεται ο άνθρωπος, ας δοθεί προτεραιότητα στην πνευματική διάσταση της γιορτής.
Κλείνοντας, ο Χρυσορρήμων Άγιος της Εκκλησίας μας σε λόγο του με αφορμή την γιορτή των Χριστουγέννων διακήρυττε ότι : «Ήρθαμε οι δούλοι σ΄ Εκείνον που έλαβε δούλου μορφή, για να μετατρέψει σε ελευθερία την δουλεία μας. Ήρθαν οι ψαράδες σ΄ Εκείνον που τους μετέτρεψε από απλούς ψαράδες σε ψαράδες ανθρώπων. Ήρθαν τελώνες σ΄ Εκείνον που ανέδειξε έναν από τους τελώνες Ευαγγελιστή. Ήρθαν οι πόρνες σ΄ Εκείνον που άφησε τα πόδια Του να τα βρέξει με τα δάκρυά της η πόρνη. Και για να μιλήσω με συντομία, όλοι οι αμαρτωλοί ήρθαν να δουν τον Αμνό του Θεού που σήκωσε πάνω Του την αμαρτία όλου του κόσμου. Οι ταπεινοί μάγοι, οι ποιμένες που τον τίμησαν, οι τελώνες που κήρυξαν το Ευαγγέλιο, οι πόρνες που του πρόσφεραν μύρα, η Σαμαρείτιδα που επιθυμούσε να γευτεί νερό από την πηγή της ζωής, η Χαναναία που είχε ακλόνητη πίστη. Αφού λοιπόν όλοι πανηγυρίζουν χαρούμενοι, κι εγώ επιθυμώ να σκιρτήσω, και να χορέψω και να πανηγυρίσω. Χορεύω χωρίς να παίζω κιθάρα, χωρίς να κινώ κλάδους κισσού, χωρίς να κρατάω αυλό, χωρίς να κρατάω αναμμένες λαμπάδες, αλλά κρατώντας στα χέρια μου αντί για μουσικά όργανα, τα σπάργανα του Χριστού. Γιατί αυτά είναι η ελπίδα μου, αυτά είναι η ζωή μου, αυτά είναι για μένα αυλός και κιθάρα. Γι΄ αυτό τα έχω μαζί μου, για να μου δώσουν με την δική τους δύναμη την ικανότητα να πω μαζί με τους αγγέλους Δόξα εν υψίστοις Θεώ και μαζί με τους ποιμένες και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία(Λουκ. 2,14)».
Το νόημα των Χριστουγέννων συνοψίζει πολύ εύστοχα και ο Μέγας Αθανάσιος σε μια μόνο φράση: ο Θεός έγινε άνθρωπος, «ίνα ημείς θεοποιηθώμεν». Ο Θεός γίνεται άνθρωπος, για να γίνει ο άνθρωπος Θεός κατά χάρη. Ο Θεός προσλαμβάνει την ανθρώπινη φύση, για να την αγιάσει και να τη θεώσει. Χρειάζεται όμως και ο άνθρωπος να κοιτάξει προς τα άνω, να απλώσει το χέρι του προς τον Κύριο μας. Χρειάζεται επίσης και κίνηση αγάπης προς τον εμπερίστατο συνάνθρωπό μας. Άλλωστε τα Χριστούγεννα είναι γιορτή αγάπης. Της αγάπης του Θεού για τον άνθρωπο, που μας καλεί και εμάς σε εκδήλωση της αγάπης μας προς τον αδελφό μας.
Εν κατακλείδι, ας ανοίξουμε λοιπόν, τα δωμάτια των ψυχών μας, που παραμένουν ως τώρα ερμητικά κλειστά με πράγματα αχρείαστα και άσκοπα, για να ανακαλύψουμε το αληθινό νόημα των Χριστουγέννων, το πνευματικό. Και ας προσφέρουμε, αναλόγως με το μέτρο των δυνατοτήτων μας, απλόχερα τη φιλανθρωπία μας στους εμπερίστατους συνανθρώπους μας, που την έχουν τόσο ανάγκη ιδιαίτερα σε αυτή την περίοδο της απομύζησης, της οικονομικής κρίσης.
Λαζάρω Παναγιώτου, Φιλόλογος
Οδοιπορικό Δωδεκαημέρου των Χριστουγέννων
«Χριστός επί γης υψώθητε» (25 Δεκεμβρίου)
Τα Χριστούγεννα είναι η εορτή που θυμόμαστε με δέος την φανέρωση του Θεού στη γη, δηλαδή τη Γέννηση του Σωτήρος Χριστού. Ο Θεός βέβαια υπήρχε πριν και πάντοτε, διότι είναι αιώνιος. Με τη γέννησή του όμως έλαβε σώμα για χάρη μας, για να μας χαρίσει τη λύτρωση, από τα δεινά και τα πονηρά πάθη που μας κατακλύζουν.
Γιορτάζουμε την έλευση του Σωτήρα και Λυτρωτή μας και καλούμαστε να φορέσουμε και εμείς τον νέο άνθρωπο, αφού πρωτίστως εγκαταλείψουμε τον παλαιό και αμαρτωλό, για να αναγεννηθούμε μαζί Του.
Εμείς, την ημέρα αυτή των Χριστουγέννων, προσκυνούμε τον Γεννηθέντα Λόγο και Του αποδίδουμε τις κατάλληλες λατρευτικές τελετές. Από την Γέννηση του Θείου Λόγου, ας διδαχθούμε από την θεϊκή ταπείνωση, από Εκείνον που είναι το φως, η πηγή της αθανασίας. Εκείνος ο οποίος έγινε ο τέλειος Άνθρωπος, χωρίς την προπατορική αμαρτία, γεννηθείς εκ της Μαρίας της Παρθένου, για να σώσει και να καθαρίσει τον άνθρωπο από τα πάθη.
«Τα τίμια δώρα»
Πολλά χρόνια πριν από τη Γέννηση του Χριστού, ένας Πέρσης προφήτης, ο Βαλαάμ είπε ότι: «Θα ανατείλει άστρο από τον Ιακώβ και θα παρουσιαστεί άνθρωπος από το Ισραήλ, που θα συντρίψει τους εχθρούς Μωαβίτες». Η παράδοση αυτή μεταδιδόταν από γενιά σε γενιά, φθάνοντας έτσι στην εποχή όπου το άστρο της Βηθλεέμ, εμφανίστηκε στον ουρανό. Έτσι, οι τρεις Μάγοι ξεκίνησαν από την Περσία με οδηγό το αστέρι, όπου θα πρόσφεραν στο θείο βρέφος τα δώρα. Οι τρεις Μάγοι ήταν: ο γέροντας Μελχιόρ, ο νεαρός Γάσπαρ και ο Βαλτάσαρ.
Μετά από το κοπιαστικό τους ταξίδι, έφτασαν στον μικρό Ιησού, τον προσκύνησαν και του παρέδωσαν τα δώρα: σμύρνα, χρυσό και λίβανο. Η επιλογή των δώρων δεν ήταν καθόλου τυχαία, αφού είχαν συμβολική σημασία. Ο χρυσός ως πολύτιμο μέταλλο προσφερόταν σε Βασιλείς. Έτσι, προσέδωσαν σε Αυτόν την τιμή ως Βασιλέα. Ο λίβανος, είναι το γνωστό λιβάνι, που χρησιμοποιείται και σήμερα κατά τις θρησκευτικές τελετές ως θυμίαμα. Και η σμύρνα χρησιμοποιείτο για ιατρικούς σκοπούς καθώς και για την ταφή των νεκρών. Με το τελευταίο αυτό συμβολικό δώρο φανέρωσαν τη θυσία στην οποία θα προέβαινε ο Μεσσίας για τη Σωτηρία των ανθρώπων.
Σύμφωνα με την ιστορική και θρησκευτική μας παράδοση τα Τίμια Δώρα φυλάσσονταν από την Παναγία. Πριν από την κοίμησή της τα παρέδωσε στην Εκκλησία των Ιεροσολύμων.
Το 400 μ.Χ. μεταφέρθηκαν στην Κωνσταντινούπολη από τον Βασιλιά Αρκάδιο, όπου και παρέμειναν εκεί μέχρι την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους Σταυροφόρους, το 1204 μ.Χ. Στη συνέχεια, για να προστατευθούν, μεταφέρθηκαν στην Νίκαια της Βιθυνίας. Μετά την λήξη του πολέμου που διήρκησε περίπου εξήντα χρόνια επιστράφηκαν στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί έμειναν μέχρι το 1453 μ.Χ., οπόταν η Πόλη κατελήφθηκε από τους Τούρκους.
Εκεί, μια γυναίκα, η οποία ήταν καλή χριστιανή, η Μάρω, η μητέρα του Μωάμεθ του Κατακτητή, παρέλαβε και μετέφερε τα Τίμια Δώρα αυτοπροσώπως στη Μονή Αγίου Παύλου στο Άγιο Όρος. Η Μονή αυτή, που είχε επιλέξει για την παράδοση των Τιμίων Δώρων, δεν ήταν συμπτωματική, αφού το Καθολικό της Μονής, είχε κτίσει ο Βασιλιάς της Σερβίας Γεώργιος, δηλαδή ο πατέρας της Μάρως.
Κατά την ανάβαση της Μάρως, από τον Αρσανά, η Παναγία την εμπόδισε με υπερφυσικό τρόπο να παραβιάσει το άβατο του βουνού. Ως καλή χριστιανή, υπάκουσε και παρέδωσε τα Τίμια Δώρα στους μοναχούς, οι οποίοι στο σημείο που εμφανίστηκε η Θεοτόκος έστησαν ένα Σταυρό με την ονομασία «Σταυρός της Βασιλίσσης». Ο εν λόγω Σταυρός μάλιστα βρίσκεται εκεί μέχρι και σήμερα.
Μέχρι και σήμερα τα Δώρα είναι θαυματουργά και ευωδιάζουν αδιάκοπα. Αυτό επιβεβαιώνει ακράδαντα τη γνησιότητά τους.
Η πνευματική, η υλική, η ιστορική και η αρχαιολογική αξία των αγίων αντικειμένων είναι ανυπολόγιστη. Φυλάσσονται σε οστεοφυλάκιο της Ιεράς Μονής Αγίου Παύλου και για την ασφάλειά τους είναι κατανεμημένα σε διάφορες λειψανοθήκες και μερικό κομμάτι τους μεταφέρεται για προσκύνηση.
Η Περιτομή του Χριστού (1η Ιανουαρίου)
Την 1η Ιανουαρίου εορτάζουμε τη Δεσποτική εορτή της κατά σάρκα Περιτομής του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού. Η Περιτομή του Ιησού αναφέρεται ως γεγονός στην επίγεια ζωή του Ιησού Χριστού. Ήταν εντολή του Θεού, που τελούνταν την όγδοη ημέρα από την γέννηση του βρέφους. Έτσι, λοιπόν, οκτώ ημέρες μετά την εκ Παρθένου Γέννησή Του, ο Κύριος οδηγήθηκε από την μητέρα Του και τον Ιωσήφ στον τόπο, όπου ήταν συνήθεια να περιτέμνονται τα βρέφη και εκεί περιετμήθη και έλαβε το όνομα Ιησούς, που σημαίνει Σωτήρ, το οποίο είχε ανακοινώσει ο Αρχάγγελος Γαβριήλ, όταν ευαγγελίσθηκε στη Θεοτόκο, πριν συλληφθεί ο Κύριος στην κοιλιά της Παρθένου. Ο φιλάνθρωπος Κύριός μας καταδέχθηκε την περιτομή κατά την προσταγή του παλαιού νόμου για τρία αίτια: Πρώτον, διότι θέλησε να κλείσει τα στόματα των αιρετικών, οι οποίοι τόλμησαν να πουν ότι ο Κύριος δεν προσέλαβε αληθινή σάρκα, αλλά φανταστική, όπως ο θεομάχος και αιρετικός Μάνης και οι οπαδοί του Μανιχαίοι. Γιατί, πώς θα περιτέμνονταν, αν δεν λάμβανε αληθινή σάρκα; Δεύτερον, για να αποστομώσει τους Ιουδαίους, οι οποίοι Τον κατηγορούσαν ότι δεν φυλάττει το Σάββατο και ότι παραβαίνει τον νόμο. Βεβαίως, ψευδώς Τον συκοφαντούσαν, διότι Αυτός φύλαττε τον νόμο. Και τρίτον, γιατί, αν δεν περιτεμνόταν, κανένας ποτέ από τους Ιουδαίους δεν θα Τον δεχόταν να διδάσκει, αλλά θα Τον είχαν αποπέμψει ως αλλόφυλο. Εκτός αυτού, όλοι όσοι προέρχονταν εκ σπέρματος του Αβραάμ λάμβαναν την σφραγίδα, δηλαδή την περιτομή, ένα έθιμο το οποίο ξεχώριζε από τα άλλα έθνη.
Το έθιμο της εβραϊκής περιτομής έπαυσε να ισχύει για την Εκκλησία του Χριστού. Από τη στιγμή, που περιετμήθη ο Χριστός, όλοι οι υπόλοιποι Χριστιανοί, που είμαστε μέλη Του, είμαστε περιτμημένοι εν τω ονόματί Του. Η αχειροποίητη περιτομή, εμφανίζεται ως συνείδηση και ως βίωμα μέσα στην καρδιά μας, ως γεγονός μέσα στο είναι μας. Αυτή την αχειροποίητη περιτομή την παίρνουμε με τα μυστήρια του βαπτίσματος και του χρίσματος και την ανανεώνουμε με το μυστήριο της μετάνοιας και της εξομολογήσεως. Τα μυστήρια αυτά είναι το μέσο για να συνάψουμε μια καινούργια Διαθήκη με τον Θεό, όπου δηλώνεται η ομολογία, η υποταγή και η σύνταξή μας με τον Θεό, καθώς αυτό συνεπάγεται με την απόταξη του σατανά.
Κατά τον Όσιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, ο Ιησούς Χριστός μας προσφέρει με την περιτομή του ένα ιατρικό φάρμακο, το οποίο μας προφυλάσσει από όλα τα κακά. Με το μυστήριο του βαπτίσματος, της πνευματικής περιτομής αποβάλλουμε τον παλαιό άνθρωπο και αναδύουμε τον καινούργιο, όπου με την ανάδειξη αυτή ξεκινούμε μια καινούργια ζωή, που οδηγεί στην Βασιλεία των Ουρανών.
Θεοφάνεια (6 Ιανουαρίου)
Τα Θεοφάνεια ή φώτα ή γιορτή των Επιφανείων, είναι δεσποτική εορτή και μια από τις αρχαιότερες εορτές τις Ορθοδοξίας. Θεσπίστηκε από τον 2ο αιώνα μ.Χ. Εορτάζεται στις 6 Ιανουαρίου, όπου είναι η τρίτη και τελευταία εορτή του Δωδεκαημέρου των Χριστουγέννων.
Τη μέρα αυτή, τιμούμε την φανέρωση της Αγίας Τριάδος κατά τη βάπτιση του Ιησού Χριστού. Είναι η αρχή της δημόσιας Αποκαλύψεως, Του ενσαρκωμένου Υιού του Θεού, όπου το γεγονός αυτό συνδέεται με την βάπτισή Του στον Ιορδάνη ποταμό από τον Ιωάννη τον Πρόδρομο, όπου έγινε η φανέρωση του Τριαδικού Θεού στον Άνθρωπο. Κατά τη διάρκεια της Βάπτισης το Άγιο Πνεύμα με τη μορφή ενός περιστεριού κάθισε πάνω στον Ιησού, καθώς την ίδια ώρα ακούστηκε από τον ουρανό η φωνή του Θεού Πατέρα, η οποία έλεγε: «Αυτός είναι ο αγαπημένος μου Υιός, Αυτός είναι ο εκλεκτός μου».
Με την βάπτιση του Λυτρωτή μας, ο πιστός καλείται να κάνει το ίδιο, γιατί μόνο έτσι θα ξαναγεννηθεί και θα ενταχθεί στη νέα εν Χριστώ ζωή. Για να ξεπλυθούμε από το προπατορικό αμάρτημα, πρέπει να βαπτισθούμε στο όνομα της Αγίας Τριάδας, όπου γίνεται η ένταξή μας στη ζωή της εκκλησίας. Ο Μεσσίας, με την πράξη αυτή, επαναφέρει τον άνθρωπο στην αρχική του κατάσταση, δηλαδή τον υψώνει από τα πάθη, ντροπιάζει τον τύραννο που ήταν ο αίτιος της πτώσης και μας χαρίζει την αφθαρσία και την κληρονόμια της Βασιλείας των Ουρανών.
Λαζάρω Παναγιώτου, Φιλόλογος
Λαζάρω Καλλή, Θεολόγος
Μαριλένα Κοντογιώργη, Φιλόλογος
Χριστός γεννάται δοξάσατε! Μέσα από την υμνολογία της εορτής
Αξιωνόμαστε για ακόμη μια χρονιά να προσεγγίζουμε την «Μητρόπολη των εορτών», για να εορτάσουμε την Γέννηση του Θεανθρώπου. Τα Χριστούγεννα δεν είναι μόνο ένα ιστορικό γεγονός, αλλά και πνευματικό. Η Ενανθρώπηση του Θεού Λόγου είναι η κορυφαία έκφραση της αγάπης του Θεού για τον άνθρωπο και το επιστέγασμα της εφαρμογής του θείου σχεδίου για την σωτηρία του ανθρωπίνου γένους. Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας στάθηκαν με δέος μπροστά στο απερινόητο αυτό μυστήριο και με γνώμονα τις άγιες Γραφές συνέλαβαν ύψιστες αλήθειες και διατύπωσαν υψηλή θεολογία στην υμνολογία. Σύμφωνα με την διδασκαλία της Εκκλησίας μας, η σάρκωση του Υιού και Λόγου του Θεού υπήρξε απαραίτητη. Έτσι λοιπόν όταν ήλθε το πλήρωμα του χρόνου, «εξαπέστειλεν ο Θεός τον υιόν αυτού γενόμενον εκ γυναικός, γενόμενον υπό νόμου, ίνα τους υπό νόμον εξαγοράσει, ίνα την υιοθεσίαν απολαύωμεν» (Γαλ.δ΄ 4). Ο αιώνιος και ο άπειρος Θεός συγκαταβαίνει και γίνεται άνθρωπος τέλειος, «γενόμενος εκ σπέρματος Δαυίδ κατά σάρκα» (Ρωμ.α΄ 3), χωρίς να αφήσει την θεότητά του. «Νέον εξ Αδάμ παιδίον φυράματος ετέχθη Υιός και πιστοίς δέδοται» (στ΄ ωδή κανόνα των Χριστουγέννων).
«Μυστήριον ξένον» χαρακτηρίζει ο υμνωδός τη γέννηση του Θεανθρώπου. Πώς αλλιώς θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί από την πεπερασμένη ανθρώπινη διάνοια το μυστήριο της συγκαταβάσεως του Θεού προς τον άνθρωπο, το οποίο συντελέστηκε με τη βοήθεια της Θεοτόκου, που «εχώρεσεν σαρκί, τον Αχώρητον παντί» για να φανερωθεί η υπέρ το άπειρο και γνήσια αγάπη του προς εμάς.
Ο Χριστός γεννήθηκε μέσα σε μια φάτνη ανάμεσα σε ταπεινούς βοσκούς και ζώα. Την απλότητα και την ταπεινότητα του Θεανθρώπου είχε προφητέψει ο προφήτης Γεδεών λέγοντας ο Χριστός θα κατέβαινε, όπως κατεβαίνει η δροσιά απάνω στο μπουμπούκι του λουλουδιού, «ως υετός επί πόκον». (Ψαλμ ζα΄στ 6). Με την ίδια γλαφυρότητα και ασύγκριτη εκφραστικότητα και ποιητικότητα αποδίδουν οι υμνωδοί το θαύμα της γεννήσεως του Χριστού. Το ιστορικό πλαίσιο, τις συνθήκες της γεννήσεως τις πληροφορούμαστε από τη μεγάλη βυζαντινή ποιήτρια Κασσιανή στο καταπληκτικό δοξαστικό του Εσπερινού, «Αυγούστου μοναρχήσαντος επί της γης, η πολυαρχία των ανθρώπων επαύσατο. Και σου ενανθρωπήσαντος εκ της αγνής, η πολυθεΐα των ειδώλων κατήργηται. Υπό μίαν βασιλείαν εγκόσμιον αι πόλεις γεγένηνται. Και εις μίαν Δεσποτείαν Θεότητος τα έθνη επίστευσαν» στο οποίο γίνεται σύγκριση της εγκόσμιας βασιλείας με τη βασιλεία του ενανθρωπήσαντος Θεού.
Στην ακολουθία του Όρθρου αξίζει να σταθούμε στα τρία γνωστά καθίσματα. «Δεύτε ίδωμεν πιστοί που εγεννήθη ο Χριστός…» μας παρακινεί ο ιερός Υμνωδός. Μας προτρέπει δηλαδή να δούμε και να συλλάβουμε το γεγονός ότι ο Χριστός γεννήθηκε ανάμεσα σε απλούς ανθρώπους, μέσα σε μια σπηλιά, μέσα στο παχνί που τρώγανε τα ζώα. Μας καλεί με άλλα λόγια να εννοήσουμε ότι η βασιλεία η αιώνια, η βασιλεία του Θεού, ιδρύθηκε με την Αγία Γέννηση του Κυρίου μέσα στην ταπεινή φάτνη της Βηθλεέμ. Εξίσου υψηλής θεολογικής και ποιητικής αξίας είναι και τα τροπάρια «Τι θαυμάζεις Μαριάμ…» και « Ο αχώρητος παντί πως εχωρήθη εν γαστρί…»
Ο Άγιος Κοσμάς ο Μελωδός και ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός στα δύο θαυμαστής τέχνης ποιήματά τους «Χριστός γεννάται, δοξάσατε» και «΄Εσωσε λαόν, θαυματουργών δεσπότης…» περιγράφουν με μοναδικό τρόπο το μυστήριο της ενανθρώπησης του Χριστού που θα οδηγήσει τον άνθρωπο στη σωτηρία και τη λύτρωση.
Ιδιαίτερα γνωστό και αγαπητό στους πιστούς είναι το κοντάκιο του Αγίου Ρωμανού του Μελωδού «Η παρθένος σήμερον, τον υπερούσιον τίκτει, και η γη το Σπήλαιον, τω απροσίτω προσάγει. Άγγελοι μετά Ποιμένων δοξολογούσι. Μάγοι δε μετά αστέρος οδοιπορούσι· δι’ ημάς γαρ εγεννήθη, Παιδίον νέον, ο προ αιώνων Θεός». Βλέπουμε ότι η εκκλησία, μας προτρέπει να ζήσουμε το γεγονός της Γεννήσεως του Χριστού ως συνεχές παρόν. Για τον Χριστιανό ο Χριστός γεννιέται μυστικά εντός του κατ΄ έτος αρκεί να είναι έτοιμος να τον κλείσει στην καρδιά του και να την μετατρέψει σε φάτνη και λίκνο της αιώνιας ζωής. Στην Θ΄ Ωδή ακούμε το καταπληκτικό «Μεγάλυνον ψυχή μου… Μυστήριον ξένον ορώ και παράδοξο…», το οποίο εκφράζει το δέος των πιστών μπροστά στο μεγάλο μυστήριο της Γεννήσεως του Θεανθρώπου.
Στους «Αίνους» θα ακούσουμε να ψάλλεται «Ευφραίνεσθε Δίκαοι, ουρανοί αγαλλιάσθε, σκιρτήσατε τα όρη, Χριστού γεννηθέντος, Παρθένος καθέζεται, τα Χερουβίμ μιμουμένη, βαστάζουσα εν κόλποις, Θεόν Λόγον σαρκωθέντα». Εδώ ο Υμνωδός καλεί τους ανθρώπους να συμμετάσχουν στο χαρμόσυνο γεγονός της γεννήσεως. Ο Χριστός που ήταν επουράνιος και κατόπιν με τη σάρκωση έγινε επίγειος προσφέρει σε όλους τους πιστούς την ελπίδα της σωτηρίας.
Στο άλλο ιδιόμελο των Αίνων διαβάζουμε «Ο Πατήρ ευδόκησεν, ο Λόγος σάρξ εγένετο και η Παρθένος έτεκε, θεόν ενανθρωπήσαντα. Αστήρ μηνύει, Μάγοι προσκυνούσιν, Ποιμένες θαυμάζουσι και η κτίσις αγάλλεται». Ο Πατέρας αποφάσισε ότι ήρθε η στιγμή της σαρκώσεως του Υιού του, μέσω της Παρθένου. Το αστέρι σκορπά το χαρμόσυνο φως που οδηγεί τους μάγους στην φάτνη της Βηθλεέμ, οι βοσκοί απορούν με το θαυμαστό γεγονός. Όλη η πλάση συμμετέχει στη χαρά της Γεννήσεως.
Τέλος αξίζει να σταθούμε στο θεοτοκίο «Σήμερον ο Χριστός, εν Βηθλεέμ γεννάται εκ Παρθένου…». Για άλλη μια φορά βλέπουμε την Εκκλησία δια στόματος του Υμνωδού να καλεί τους πιστούς να βιώσουν τη γέννηση του Θεανθρώπου ως μια ζώσα πραγματικότητα του σήμερα. Με ενεστωτικές φράσεις σαν αυτή αλλά και άλλες, όπως «Σήμερον γεννάται εκ Παρθένου» και «Χριστός γεννάται δοξάσατε…» καταλύονται τα χρονικά και τοπικά όρια της ιστορικής πραγματικότητας και εισερχόμαστε στην αιώνια ώρα, στο αιώνιο παρόν του Θεού.
Είναι λοιπόν φανερό ότι το μοναδικό, απρόσιτο και άφατο μυστήριο των Χριστουγέννων υμνήθηκε μοναδικά και ανεπανάληπτα από τους αγίους Πατέρες της Εκκλησίας μας. Η υψηλή ποιητικότητα της Υμνολογίας της εορτής μάς βοηθά να συλλάβουμε το μήνυμά της που δεν είναι άλλο από την ελπίδα της σωτηρίας που ανέτειλε με τη γέννηση του Θεανθρώπου.
Βιβλιογραφία
π. Αναγνωστόπουλου Στέφ., «Χριστούγεννα με Χριστό», ομιλία.
Κόντογλου Φώτη, «Η Γέννηση του Χριστού, το Μέγα Μυστήριο».
π. Κυριακόπουλου Χρίστου, «Χριστός γεννάται δοξάσατε», Σκέψεις μπροστά στη φάτνη.
Ρουμπέση Γεωργίου, «Ερμηνευτική απόδοση ύμνων των Χριστουγέννων».
Σιδηρά Ιωάννη, «Θεολογική Χριστολογία και Χριστούγεννα».
Σκόντζου Λάμπρου, «Ο Υμνογραφικός πλούτος της εορτής των Χριστουγέννων».
Επιμέλεια: Διάκονος Επιφάνιος Παπαντωνίου
Ο λόγος σαρξ εγένετο
Ρένος Κωνσταντίνου, θεολόγος
Ο ευαγγελιστής Ιωάννης στο Α΄ κεφάλαιο του ευαγγελίου του, στον 14ο στίχο, αναφέρει: «Καὶ ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν» (Ιω. 1, 14). Ο μαθήτης της αγάπης αναφέρει εδώ μια αλήθεια που αποτελεί το κέντρο της πίστεως και της σωτηρίας μας. Ο Λόγος έγινε άνθρωπος, για να μπορέσει ο άνθρωπος να γίνει θεός. Ο Θεός καταδέκτηκε να γίνει άνθρωπος «ίνα ημείς θεοποιηθώμεν», κατά τον Μ. Αθανάσιο, για να γίνουμε και εμείς και κατά χάριν θεοί. Το γεγονός της ενσαρκώσεως του Υιού και Λόγου του Θεού υπερβαίνει τη δική μας λογική και προκαλεί τον θαυμασμό και τη δοξολογία των ανθρώπων. Είναι όντως πράγμα ακατανόητο και ασύλληπτο για το ανθρώπινο μυαλό πώς ο αχώρητος παντί, χωρείται εν γαστρί της Παρθένου.
Το γεγονός της Θείας Ενανθρωπήσεως αποτελεί ουσιαστικά την κορύφωση του σχεδίου της Θείας Οικονομίας. Όταν μιλάμε για το σχέδιο της Θείας Οικονομίας, εννοούμε το σχέδιο του Θεού για την σωτηρία του ανθρώπου. Το έργο της Θείας Οικονομίας αρχίζει με την άσαρκη αποκάλυψη του Λόγου του Θεού στην Παλαιά Διαθήκη, συμπληρώνεται και κορυφώνεται με την ενσάρκωση του Λόγου του Θεού στην Καινή Διαθήκη και θα ολοκληρωθεί με την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού. Το αρχικό σχέδιο του Θεού στόχευε στην προοδευτική άνοδο του ανθρώπου από το «κατ’εικόνα» στο «καθ’ομοίωσιν», δηλαδή στη θέωση του ανθρώπου. Όμως ο άνθρωπος θέλησε να ακολουθήσει τον τρόπο θεώσεως που του υπέδειξε ο διάβολος: «ᾔδει γὰρ ὁ Θεός, ὅτι ᾗ ἂν ἡμέρᾳ φάγητε ἀπ᾿ αὐτοῦ (τοῦ ξύλου τοῦ γινώσκειν καλὸν καὶ πονηρό) διανοιχθήσονται ὑμῶν οἱ ὀφθαλμοὶ καὶ ἔσεσθε ὡς θεοί, γινώσκοντες καλὸν καὶ πονηρόν» (Γεν 3,5), είχε πεί ο όφις ο αρχέκακος, δηλαδή ο διάβολος στην Εύα. Οι πρωτόπλαστοι γέμισαν από υπερηφάνεια και θέλησαν να γίνουν από μόνοι τους θεοί. Έτσι επήλθε η πτώση και η απομάκρυνση του ανθρώπου από το Θεό.
Ο Θεός της αγάπης όμως, δεν εγκαταλείπει το πλάσμα του. Ήδη αμέσως μετά από την πτώση των πρωτοπλάστων ο Θεός τους δίνει την υπόσχεση για συντριβή του κράτους του διαβόλου και του θανάτου: «14 καὶ εἶπε Κύριος ὁ Θεὸς τῷ ὄφει· ὅτι ἐποίησας τοῦτο, ἐπικατάρατος σὺ ἀπὸ πάντων τῶν κτηνῶν καὶ ἀπὸ πάντων τῶν θηρίων…. καὶ ἔχθραν θήσω ἀνὰ μέσον σοῦ καὶ ἀνὰ μέσον τῆς γυναικὸς καὶ ἀνὰ μέσον τοῦ σπέρματός σου καὶ ἀνὰ μέσον τοῦ σπέρματος αὐτῆς· αὐτός σου τηρήσει κεφαλήν, καὶ σὺ τηρήσεις αὐτοῦ πτέρναν»(Γεν. 3. 14-15). Είναι το γνωστό «πρωτευαγγέλιο», η πρώτη δηλαδή χαρμόσυνη αγγελία. Είναι η υπόσχεση που δίνει ο Θεός στον άνθρωπο για την συντριβή του κράτους του διαβόλου από κάποιο απόγονο της Εύας, τον Χριστό. Έτσι ο Θεός «τροποποιεί» θα λέγαμε το αρχικό του σχέδιο. Τώρα η σωτηρία του ανθρώπου θα πραγματοποιηθεί με την σάρκωση του ιδίου του Λόγου του Θεού, ο οποίος θα καταλύσει τη δυναστεία του διαβόλου. Ολόκληρο το έργο της Θείας Οικονομίας πραγματοποιείται με το Χριστό και προσφέρεται στην Εκκλησία, που είναι το σώμα του Χριστού.
Στην πορεία της ιστορίας ο Θεός συνέχισε να αποκαλύπτει το θέλημα Του για την σωτηρία του ανθρώπου, δια στόματος των προφητών. Οι προφήτες ήταν το στόμα του Κυρίου. Γι’ αυτό και πρίν εξαγγείλουν το θείο θέλημα, πρότασσαν το «τάδε λέγει Κύριος» . Ο Θεός λοιπόν δια των προφήτων της Παλαιάς Διαθήκης προανήγγειλε την έλευση του Μεσσία. Εδώ θα αναφέρουμε μόνο μερικές από τις πολλές προφητείες που μιλούν για τη σάρκωση του Υιού και Λόγου του Θεού.
1) Ιδού τι λέει ο προφήτης Ησαϊας: «ἰδοὺ ἡ παρθένος ἐν γαστρὶ ἕξει, καὶ τέξεται υἱόν, καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ ᾿Εμμανουήλ·» (Ησ. 7,14). Προαναγγέλλει ο προφήτης τη γέννηση του Μεσσία, από παρθένο γυναίκα. Το όνομα «Εμμανουήλ» σημαίνει «ο Θεός είναι μαζί μας».
2) Κάπου αλλού μας λέει ο ίδιος προφήτης: «Και ἐξελεύσεται ράβδος ἐκ τῆς ρίζης ᾿Ιεσσαί, καὶ ἄνθος ἐκ τῆς ρίζης ἀναβήσεται. Καὶ ἀναπαύσεται ἐπ᾿ αὐτὸν πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, πνεῦμα σοφίας καὶ συνέσεως, πνεῦμα βουλῆς καὶ ἰσχύος, πνεῦμα γνώσεως καὶ εὐσεβείας·» (Ησ. 11, 1-2). Η ράβδος που θα φυτρώσει από τον κορμό του Ιεσσαί και το άνθος που ξεπροβάλλει από αυτήν, προτυπώνει τον Χριστό.
3) Αλλά και ο προφήτης Δανιήλ διακηρύσσει: «καὶ ἐν ταῖς ἡμέραις τῶν βασιλέων ἐκείνων ἀναστήσει ὁ Θεὸς τοῦ οὐρανοῦ βασιλείαν, ἥτις εἰς τοὺς αἰῶνας οὐ διαφθαρήσεται, καὶ ἡ βασιλεία αὐτοῦ λαῷ ἑτέρῳ οὐχ ὑπολειφθήσεται· λεπτυνεῖ καὶ λικμήσει πάσας τὰς βασιλείας, καὶ αὐτὴ ἀναστήσεται εἰς τοὺς αἰῶνας» (Δανιήλ 2,44). Η Βασιλεία που θα ιδρύσει ο Θεός, δεν είναι άλλη από την την Βασιλεία των Ουρανών, τον καινούργιο κόσμο του Θεού που εγκαινιάζει ο Χριστός, ο σαρκωμένος Υιός και Λόγος του Θεού. Η Βασιλεία αυτή θα παραμείνει στους αιώνες και θα διαλύσει όλα τα επίγεια βασίλεια.
Καθοριστικό ρόλο στην ενσάρκωση του Λόγου του Θεού και στην πραγμάτωση έτσι του σχεδίου της Θείας Οικονομίας, διαδραμάτισε μια γυναίκα, η Παρθένος Μαρία. Είναι η γυναίκα του «πρωτευαγγελίου», η οποία ονομάζεται από τους Πατέρες της Εκκλησίας μας ως «νέα Εύα» ή «δεύτερη Εύα». Ενώ με την πρώτη Εύα απωλέσαμε τον Παράδεισο, τώρα με τη «δεύτερη Εύα», δηλαδή την Θεοτόκο, ανοίγονται και πάλι οι πύλες της Βασιλείας του Θεού.
Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι το πρόσωπο της Θεοτόκου προτυπώνεται και προαναγγέλλεται στην Παλαιά Διαθήκη, όπως και το πρόσωπο του Χριστού. Μερικές από τις προτυπώσεις αυτές είναι και οι εξής:
1) «ἰδοὺ ἡ παρθένος ἐν γαστρὶ ἕξει, καὶ τέξεται υἱόν, καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ ᾿Εμμανουήλ» (Ησ. 7,14). Είναι η προφητεία του προφήτη Ησαΐα που σημειώσαμε και πιο πάνω. Αναφέρεται στην γέννηση του Χριστού από γυναίκα παρθένο, την Υπεραγία Θεοτόκου.
2) «καὶ εἶπε Κύριος πρός με· ἡ πύλη αὕτη κεκλεισμένη ἔσται, οὐκ ἀνοιχθήσεται, καὶ οὐδεὶς μὴ διέλθῃ δι’ αὐτῆς, ὅτι Κύριος ὁ Θεὸς ᾿Ισραὴλ εἰσελεύσεται δι’ αὐτῆς, καὶ ἔσται κεκλεισμένη» (Ιεζ. 44, 2). Είναι μια από τις προφητείες του προφήτη Ιεζεκιήλ. Αναφέρεται στην αειπαρθενία της Θεοτόκου
3) Η κλίμακα του Ιακώβ, γιατί δι’ αυτής ενσαρκώθηκε ο Θεός (βλ. και «Χαιρετισμούς της Θεοτόκου», Γ΄Οίκος: «Χαίρε κλίμαξ επουράνιε δι’ ης κατέβη ο Θεός…»).
4) Η ράβδος Ααρών συμβολίζει και προτυπώνει την γέννηση του Χριστού από την Παρθένο Μαρία. Διότι όπως η ράβδος βλάστησε και άνθισε παρ’ όλο που ήταν ένα ξερό κλαδί, έτσι και η Παναγία παρ’ όλο που ήταν Παρθένος κυοφόρησε στα σπλάχνα της τον Λυτρωτή Κύριο.
Όταν έφτασε το πλήρωμα του χρόνου έστειλε ο Θεός τον Αρχάγγελο του Γαβριήλ στην Παρθένο Μαρία για να της αναγγείλει την πιο χαρμόσυνη αγγελία, την ενανθρώπηση του Θεού της αγάπης και της δικαιοσύνης. Και η Παναγία θα ήταν η υπουργός του μυστηρίου της ενσάρκου οικονομίας. Στα σπλάγχνα της επρόκειτο να σαρκωθεί ο Υιός και Λόγος του Θεού. Η Θεοτόκος ήταν το σκεύος εκλογής του Θεού. Άλλωστε και οι πιο πάνω προτυπώσεις και προφητείες της Π.Δ. για την Παναγία, αποδεικνύουν την προαιώνια εκλογή της Παρθένου. Ο Θεός προγνώριζε ότι η Παναγία θα αποδεχόταν την κλήση της για να την πραγμάτωση του μυστηρίου της Θ. Οικονομίας. Και όντως έτσι και έγινε. Στο κάλεσμα του Θεού μέσω του αγγέλου, η Υπέραγνη απάντησε: «ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατὰ τὸ ρῆμά σου.» (Λκ. 1,38). Από την στιγμή που η Παρθένος ελεύθερα και εκούσια έδωσε την συγκατάθεση της, το μυστήριο της συλλήψεως και της ενσαρκώσεως του Θεού, είχε κιόλας αρχίσει.
Έννεα μήνες μετά την σύλληψη της, η Θεοτόκος γεννά τον Λυτρωτή του κόσμου σε ένα σπήλαιο, σε μία φάτνη. Αυτός που είναι ντυμένος τον ουρανό και την γη, γεννιέται γυμνός σ’ ένα σπήλαιο για να ντύσει τον άνθρωπο με το ένδυμα της αφθαρσίας.
Τα αποτελέσματα της ενσαρκώσεως του Χριστού είναι πολλά. Αναφέρουμε μερικά:
1) Ο Θεός έγινε άνθρωπος για να κάνει τον άνθρωπο Θεό. Ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος γράφει σχετικά: «επειδή λοιπόν ο Χριστός έγινε τέλειος άνθρωπος κατά την ψυχή και το σώμα, όμοιος με εμάς σε όλα εκτός από την αμαρτία, μας μεταδίδει την θεότητα του λόγω της πίστεως μας σε αυτόν και μας καθιστά συγγενείς του κατά την φύση και την ουσία της θεότητας…. Έτσι χαρίζει σε αυτούς (τους πιστούς) την εξουσία να γίνονται τέκνα του Θεού (πρβλ. Ιω. 1,12)…» (Βίβλος των Ηθικών, Λόγος Α΄, Κεφ. Γ: Περί της του Λόγου σαρκώσεως και κατά τίνα τρόπον δι’ημάς εσαρκώθη) . Ο Θεός από φιλανθρωπία συγκαταβαίνει και γίνεται άνθρωπος για να ενωθεί με τον άνθρωπο και να τον σώσει. Πρέπει όμως κι ο άνθρωπος να απλώσει το χέρι του ψηλά προς το χέρι του Θεού που τον καλεί.
2) Η ενσάρκωση του Χριστού είχε επίδραση και σε όλη την κτίση. Οι άγγελοι απέκτησαν το απερίτρεπτο, οι άνθρωποι το ευδιόρθωτο, οι δαίμονες καταισχύνθηκαν.
3) Ο Χριστός ήλθε στο κόσμο για να φέρει την ειρήνη, την «άνωθεν ειρήνη», την «ειρήνη του σύμπαντος κόσμου». Ήρθε για να συμφιλιώσει, να ειρηνοποιήσει, να ενώσει τον άνθρωπο με τον Θεό, τον πλησίον του αλλά και με τον εαυτό του. Ας θυμηθούμε τον ύμνο των αγγέλων το βράδυ της Γεννήσεως: «δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία.» (Λκ. 2, 14). Έχοντας υπ’ όψη μας αυτό οφείλουμε να ειρηνεύσουμε με το Θεό, εκτελώντας τα ευάρεστα σε Αυτόν, όπως π.χ. να προσευχόμαστε, να είμαστε δίκαιοι, να βοηθάμε τον πλησίον μας κ.α. Οφείλουμε να ειρηνεύσουμε και με τον εαυτό μας, υποτάσσοντας την σάρκα στο πνεύμα. Οφείλουμε τέλος να ειρηνεύσουμε με τους συνανθρώπους μας δείχνοντας ανοχή και μακροθυμία.
Ο σκοπός της ενσαρκώσεως του Χριστού και της παρουσίας της Εκκλησίας Του στον κόσμο, είναι η σωτηρία και ανακαίνιση του ανθρώπου. Ο πιστός ο οποίος είναι ενταγμένος στην Εκκλησία, η οποία είναι το ζωντανό Σώμα του Χριστού, μπορεί να κατανοήσει και να βιώσει το μυστήριο της ενσαρκώσεως του Λόγου και της απορρήτου γεννήσεως του από την αειπάρθενο Μαρία. Με την συμμετοχή μας στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας γινόμαστε σύσσωμοι και σύναιμοι Χριστού. Δεχόμαστε μέσα μας τον ίδιο τον Χριστό, τον σαρκωμένο Υιό και Λόγο του Θεού. Ο Μ. Βασίλειος στην Α΄ ευχή προ της Θείας Κοινωνίας λέει: «Υποδεχόμενος την μερίδα των αγιασμάτων σου, ενωθώ τω αγίω Σωματι σου και Αίματι, και έξω σε εν εμοί κατοικούντα και μένοντα, συν τω Πατρί και τω Αγίω Πνεύματι».
Νηστεία: Σημασία και Ωφέλεια
Ρένος Κωνσταντίνου, θεολόγος
Έχουμε εισέλθει ήδη από τις 15 Νοεμβρίου στην περίοδο της νηστείας προ της μεγάλης εορτής της Θείας Ενανθρωπήσεως. Η νηστεία δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά μέσο και τρόπος πνευματικής ανατάσεως. Δεν είναι απλά η αλλαγή στη διατροφή μας και η αποχή από κάποια είδη τροφίμων, αλλά νηστεία σημαίνει και αποξένωση από το κακό, προσευχή και γενικά πνευματική άσκηση. Η νηστεία και οι ακολουθίες της Εκκλησίας μας, ιδιαίτερα το Σαρανταλείτουργο, σκοπό έχουν να μας προετοιμάσουν ψυχικά, αλλά και σωματικά, για τα Χριστούγεννα. Ας εξετάσουμε όμως λίγο αναλυτικότερα τη νηστεία και πώς πρέπει αυτή να γίνεται.
Να τονίσουμε καταρχήν ότι η νηστεία αποτελεί πανάρχαιο θεσμό καθιερωμένο από τον ίδιο τον Θεό και μάλιστα από την αρχή της ζωής των Πρωτόπλαστων. Η εντολή που έδωσε ο Θεός στους πρωτοπλάστους ήταν να μην φάνε από το δέντρο της γνώσης του καλού και πονηρού. Η νηστεία είναι η μία από τις δύο πρώτες εντολές που έλαβε ο Αδάμ και η Εύα από τον Θεό μέσα στον Παράδεισο: «από το δένδρο της γνώσεως του καλού και του κακού δεν θα φάτε»(Γεν. 2,17). Με «όπλο» τη νηστεία όφειλαν να συνηθίσουν οι άνθρωποι στην υπακοή προς τον Θεό και την Πάλη κατά του διαβόλου.
Ο Μέγας Βασίλειος αναφέρει σχετικά με το θέμα αυτό: «Όταν ο Θεός είπε δεν θα φάγετε στους πρωτόπλαστους τους έβαλε Νόμο Νηστείας και Εγκράτειας. Εάν η Εύα δεν έτρωγε από τον καρπό του δένδρου εκείνου, δεν θα είχαμε σήμερα ανάγκη από τη νηστεία» (Μέγας Βασίλειος, Λόγος Α΄ για τη νηστεία), «διότι δεν έχουν ανάγκη ιατρού οι υγιείς, αλλά οι άρρωστοι» (Μτθ. 9,12).
Ο Χριστός είναι το καλύτερο παράδειγμα νηστευτού ανθρώπου. Διδάσκει τη νηστεία αφενός με το δικό Του παράδειγμα, αφού νήστευσε 40 μέρες στην έρημο και αντιμετώπισε τους πειρασμούς του διαβόλου. Ο Χριστός μάλιστα ως όπλα κατά του διαβόλου ορίζει την προσευχή και τη νηστεία (Ματθ. 17,11). Στο κατά Ματθαίον ευαγγέλιο ο Κύριος αναφέρεται στην έννοια της αληθινής νηστείας και συγκεκριμένα επισημαίνει ότι: «Όταν νηστεύετε, να μη γίνεστε σκυθρωποί, όπως οι υποκριτές, που παραμορφώνουν την όψη τους για να δείξουν στους ανθρώπους πως νηστεύουν. Σας βεβαιώνω πως έτσι έχουν κιόλας λάβει την ανταμοιβή τους. Εσύ, αντίθετα, όταν νηστεύεις, περιποιήσου τα μαλλιά σου και νίψε το πρόσωπό σου, για να μη φανεί στους ανθρώπους η νηστεία σου, αλλά στον Πατέρα σου, που βλέπει τις κρυφές πράξεις, θα σου το ανταποδώσει φανερά» (Μτθ.6,16-18). «Τρέξε λοιπόν», προσθέτει ο Μ. Βασίλειος, «με χαρά στη δωρεά της νηστείας. Η νηστεία άλλωστε είναι αρχαίο δώρο, που δεν παλιώνει και δεν γηράσκει, αλλά πάντοτε ανθίζει για να φέρει ώριμους καρπούς» (Μέγας Βασίλειος, Λόγος Α΄ για τη νηστεία).
Ο Ιωάννης ο Πρόδρομος είναι ένας από τους μεγαλύτερους ασκητές. «Η ζωή του υπήρξε μια συνεχής νηστεία», λεει ο Μ. Βασίλειος, «δεν είχε ούτε κρεβάτι, ούτε τραπέζι, ούτε καλλιεργήσιμη γη, ούτε βόδι για όργωμα, ούτε αρτοποιό, ούτε τίποτε άλλο από τα πράγματα της γης. Για τούτο και ο Κύριος είπε ότι «μεταξύ των γεννηθέντων από τις γυναίκες μεγαλύτερος δεν έχει φανεί άλλος από τον Ιωάννη τον Βαπτιστή» (Μτθ.11,11).
Έπειτα, ο απόστολος Παύλος κατάφερε να ανεβεί στον τρίτο ουρανό εφόσον στην επίγεια ζωή του πέρασε μέσα από διωγμούς και διώξεις, επειδή δίδασκε το Ευαγγέλιο, καθώς και λόγω του ότι τηρούσε αυστηρή νηστεία (Β΄Κορ.11,27∙12,2).
Σύμφωνα με τους ιερούς κανόνες του Κανονικού Δικαίου της Ορθόδοξης Εκκλησίας, νηστείες ονομάσθηκαν οι μέρες κατά τις οποίες οι πιστοί οφείλουν να απέχουν από τις ηδονές του βίου και ορισμένων τροφών και ποτών. «Η αληθινή νηστεία», λεει ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, «και ευπρόσδεκτη στον Θεό, είναι η χαλιναγώγηση των παθών» (Γέροντας Κλεόπας Ηλίε).
Η μεγαλύτερη και ανώτερη νηστεία είναι αυτή που γίνεται σύμφωνα με την διδασκαλία της Αγίας Γραφής, δηλαδή πρέπει να συνοδεύεται από την ταπείνωση, την ελεημοσύνη, την εγκράτεια των αισθήσεων και των λογισμών. Η νηστεία χαρακτηρίζεται από τους Πατέρες της Εκκλησίας μας ως πτέρυγα της προσευχής, η οποία μαζί με την ελεημοσύνη ανεβάζει τον άνθρωπο μέχρι το θρόνο του Θεού ( Γέροντας Κλεόπας Ηλίε). Κατά τους Πατέρες και Αγίους της Εκκλησίας μας, ο σκοπός της νηστείας είναι η χαλιναγώγηση των παθών, η πνευματική ενδυνάμωση και η καταπολέμηση των δαιμονικών προσβολών. Τελικό αποτέλεσμα είναι η κατάνυξη του ανθρώπου, ο φωτισμός του αλλά και η παράλληλη κάθαρση της ψυχής του.
Σε περιόδους νηστείας, η σωματική νηστεία πρέπει να συνδυάζεται με περισσότερη προσευχή και μελέτη της Αγίας Γραφής καθώς και άλλων χριστιανικών βιβλίων, με μεγαλύτερη ευαισθησία και προθυμία προσφοράς προς όλους εκείνους που μας έχουν ανάγκη, με όσον το δυνατόν μεγαλύτερη αποχή από τα αμαρτήματα, με Εξομολόγηση και Θεία Κοινωνία.
Ασφαλώς, για οποιεσδήποτε δυσκολίες που μπορεί να συναντήσει κανείς κατά τη διάρκεια της νηστείας, είναι απαραίτητο να συμβουλεύεται τον Πνευματικό του, ο οποίος θα τον καθοδηγεί και θα τον διευκολύνει στην προσπάθειά του, επιτρέποντας, ανάλογα με την περίπτωση, σε ορισμένους να καταλύσουν κάποια επιπλέον τρόφιμα.
Σύμφωνα με τον Μέγα Βασίλειο, στο Λόγο Α’ Περί Νηστείας, δεν πρέπει κάποιος να περιορίζει το καλό της νηστείας στην αποχή μόνο από τα φαγητά, εφόσον η αληθινή νηστεία είναι αποξένωση από τα κακά. Ως εκ τούτου θα πρέπει «να λύσεις τα δεσμά της αδικίας (Ησ. 63,6), θα πρέπει να συγχωρέσεις τον πλησίον για την λύπη και για τα χρέη. Να μη νηστεύεις χάριν διαμάχης και φιλονικίας(Ησ. 63,4). Δεν τρως κρέατα αλλά τρως τον αδελφό σου. Δεν πίνεις οίνο αλλά δεν είσαι εγκρατής στις ύβρεις. Περιμένεις το βράδυ για να λάβεις τροφή, αλλά ξοδεύεις την μέρα στα δικαστήρια…».
Συνεπώς, θα ήταν σχήμα οξύμωρο να στερούμαστε τις υλικές τροφές, αλλά να μην μπορούμε να δίνουμε συγχώρεση στους συνανθρώπους μας. Η αληθινή νηστεία άλλωστε προϋποθέτει την πλήρη αποξένωση από όλα τα δαιμόνια που εποφθαλμιούν προκειμένου να καταδυναστεύσουν τους πιστούς μέσω των αδυναμιών τους (ζήλια, φθόνος, αντιδικίες).
Ο Άγιος Νήφωνας, παρατηρούσε όσους κοινωνούσαν. Άλλων τα πρόσωπα μαύριζαν μόλις έπαιρναν τα Θεία Μυστήρια, ενώ, άλλων έλαμπαν σαν τον ήλιο. Οι άγγελοι παρακολουθούσαν από κοντά την Αγία Μετάληψη. Όταν κοινωνούσε κάποιος ευσεβής, τότε του έβαζαν στο κεφάλι ένα στεφάνι. Όταν πλησίαζε κάποιος αμετανόητος – ασεβής, γύριζαν αλλού το πρόσωπό τους με φανερή αποστροφή. Τότε τα Άχραντα Μυστήρια σαν να εξαφανίζονταν από την Αγία Λαβίδα, έτσι που ο ασεβής φαινόταν να μην παίρνει μέσα του το Σώμα και Αίμα του Χριστού.
Ως εκ τούτου, για να επιτρέψει ο Κύριος να γίνουν αποδεκτά τα Άχραντα Μυστήρια και οι άγγελοι να τοποθετήσουν το στεφάνι πάνω, στους νηστεύσαντες, το κεφάλι, θα πρέπει να πληρούνται τα όσα αναφέραμε πιο πάνω και τα οποία ορίζουν η Αγία Γραφή και Παράδοση της Εκκλησίας μας. Πρίν από τη Θεία Μετάληψη πρέπει να προηγηθεί μετάνοια, νηστεία και προσευχή.
Μέσω της νηστείας, λοιπόν, είναι δυνατός ο επανερχομός μας στον παράδεισο, για το λόγο αυτό δεν πρέπει να μιμηθούμε την παρακοή της Εύας, αλλά να μιμηθούμε το πτωχό και περιφρονημένο Λάζαρο, τον οποίο οι άγγελοι πήγαν κοντά στον Αβραάμ (Λκ. 16, 20-31). Άλλωστε η νηστεία «γεννά προφήτες, δυναμώνει δυνατούς, κάνει σοφούς τους νομοθέτες, είναι καλό φυλακτήριο της ψυχής, στο σώμα ασφαλής σύνοικος, όπλο στους ανδρείους, γυμναστήριο στους αθλητές. Αυτή αποκρούει τους πειρασμούς, αυτή προετοιμάζει προς την ευσέβεια, συγκάτοικος της νηφαλιότητας, δημιουργός της σωφροσύνης. Στους πολέμους κάνει ανδραγαθήματα, στην ειρήνη διδάσκει την ησυχία» (Μέγας Βασίλειος, Λόγος Α΄ για τη νηστεία).
Κάποιοι από εμάς έχουμε την εντύπωση ότι η νηστεία είναι μόνο για τους κληρικούς, τους μοναχούς και τους ασκητές. Τουναντίον η νηστεία είναι όπλο «ισχυρό» εναντίον του διαβόλου και ο διάβολος δεν κάνει διακρίσεις, αρέσκεται στο να είναι πολέμιος όλων. Αυτό μας το διαβεβαιώνει ο ίδιος ο Χριστός: «αυτό το δαιμονικό γένος δεν βγαίνει (δεν πολεμείται) παρά μόνο με προσευχή και νηστεία» (Μτ. 17, 21). Οπόταν και εμείς πρέπει να νηστεύουμε για να αντιμετωπίσουμε τις δυνάμεις του κακού, όπως και ο Δανιήλ, ο οποίος με τη νηστεία «έσβησε τη δύναμη της φωτιάς, έφραξε τα στόματα των λιονταριών» (Εβρ. 11, 33-34). Έτσι, λοιπόν ας αποτελέσει παράδειγμα σε εμάς ο Δανιήλ, «ο άνδρας των επιθυμιών, αυτός που για τρεις εβδομάδες δεν έφαγε ψωμί και δεν ήπιε νερό(Δανιήλ 10, 2-3) δίδαξε και στα λιοντάρια να νηστεύουν, όταν κατέβηκε στο λάκκο( Δανιήλ 6,16-22). Διότι σαν από πέτρα ή χαλκό ή κάποια άλλη στερεά ύλη να ήταν κατασκευασμένος, τα λιοντάρια δεν μπορούσαν να μπήξουν τα δόντια τους. Επομένως η νηστεία αφού ενδυνάμωσε το σώμα του ανδρός, όπως η βαφή το σίδηρο, το έκανε αδάμαστο στα λιοντάρια, διότι δεν άνοιγαν το στόμα κατά του Αγίου» (Μέγας Βασίλειος, Λόγος Α΄ για τη νηστεία).
Ορθόδοξα Χριστούγεννα, με πίστη στο Θεό και Αγάπη στον συνάνθρωπο
Θεολογική προσέγγιση των Χριστουγέννων
Οι Ακολουθίες των Μεγάλων Ωρών Ιστορία και Θεολογία
Από την Παλαιά στην Καινή Διαθήκη: Η ενανθρώπιση του Άσαρκου Λόγου
Ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο – Του Οσίου Συμεών, του Νέου Θεολόγου.
Ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο – Θεολογικό κείμενο για την εορτή των Χριστουγέννων
Του Οσίου Συμεών, του Νέου Θεολόγου.
Κεφάλαιο γ´. Περὶ τῆς τοῦ Λόγου Σαρκώσεως καὶ κατὰ τίνα τρόπον δι᾿ ὑμᾶς ἐσαρκώθη.
Γιὰ νὰ προσεγγίσουμε τὴν σάρκωση τοῦ Λόγου καὶ τὴν ἀπόῤῥητη γέννησή του ἀπὸ τὴν ἀειπάρθενο Μαρία καὶ νὰ κατανοήσουμε καλὰ τὸ μυστήριο τῆς οἰκονομίας γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ γένους μας τὸ κρυμμένο πρὸ τῶν αἰώνων (Ἐφεσίους 3:9), θὰ μᾶς βοηθήσει ἡ ἑξῆς γνωστὴ εἰκόνα:
Κατὰ τὴν δημιουργία τῆς προμήτορος Εὔας ὁ Θεὸς πῆρε τὴν ἔμψυχη πλευρὰ τοῦ Ἀδὰμ καὶ τὴν ὁλοκλήρωσε σὲ γυναῖκα, γι᾿ αὐτὸ δὲν ἐμφύσησε σ᾿ αὐτὴν πνοὴ ζωῆς καθὼς καὶ στὸν Ἀδάμ, ἀλλὰ τὸ μέρος ποὺ ἔλαβε ἀπὸ τὴν σάρκα του τὸ τελειοποίησε σὲ ὁλόκληρο σῶμα γυναικός, τὴν δὲ ἀπαρχὴ τοῦ πνεύματος ποὺ ἔλαβε μαζὶ μὲ τὴν ἔμψυχη σάρκα τὴν τελειοποίησε σὲ ψυχὴ ζωντανὴ δημιουργώντας μὲ τὰ δυὸ μαζὶ ἕναν ἄλλον ἄνθρωπο. Κατὰ τὸν ἴδιο ἀκριβῶς τρόπο ὁ πλαστουργὸς καὶ κτίστης Θεὸς πῆρε ἀπὸ τὴν Ἁγία Μαρία ἔμψυχη σάρκα σὰν ζύμη καὶ μικρὴ ἀπαρχὴ ἀπὸ τὸ φύραμα τῆς φύσεώς μας – δηλαδὴ ἀπὸ τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα μαζὶ – καὶ τὴν ἕνωσε μὲ τὴν δική του ἀκατάληπτη καὶ ἀπρόσιτη Θεότητα. Ἢ μᾶλλον ἕνωσε πραγματικὰ ὅλη τὴν ὑπόσταση τῆς Θεότητός του μὲ τὴν δική μας φύση, τὴν ἔσμιξε ἄμικτα μ᾿ αὐτὴ καὶ τὴν ἔκανε ἅγιο ναό του. Ἔτσι ὁ ποιητὴς τοῦ Ἀδὰμ ἔγινε ἀτρέπτως καὶ ἀναλλοιώτως τέλειος ἄνθρωπος.
Ὅπως ἀκριβῶς λοιπὸν ἀπὸ τὴν πλευρὰ τοῦ Ἀδὰμ ἔπλασε τὴν γυναῖκα, ἔτσι, ἀφοῦ δανείστηκε τὴν σάρκα ἀπὸ τὴν θυγατέρα τοῦ Ἀδὰμ τὴν ἀειπάρθενο καὶ Θεοτόκο Μαρία καὶ τὴν ἔλαβε χωρὶς σπορά, γεννήθηκε κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο μὲ τὸν πρωτόπλαστο. Ὥστε ὅπως ἀκριβῶς ὁ Ἀδὰμ μὲ τὴν παράβαση ἔγινε ἡ ἀρχὴ τῆς γεννήσεώς μας στὴν φθορὰ καὶ στὸν θάνατο, ἔτσι καὶ ὁ Χριστὸς καὶ Θεός μας μὲ τὴν ἐκπλήρωση κάθε δικαιοσύνης ἔγινε ἡ ἀπαρχὴ τῆς ἀναγεννήσεώς μας στὴν ἀφθαρσία καὶ τὴν ἀθανασία. Αὐτὸ ἐννοεῖ ὁ θεῖος Παῦλος ὅταν λέει: «Ὁ πρῶτος ἄνθρωπος πλάστηκε ἀπὸ τὴ γῆ χοϊκός. Ὁ δεύτερος ἄνθρωπος, δηλαδὴ ὁ Κύριος, εἶναι ἐπουράνιος. Ὅ,τι λογῆς ἦταν ὁ χοϊκὸς τέτοιοι εἶναι καὶ ὅλοι οἱ χοϊκοὶ καὶ ὅ,τι λογῆς εἶναι ὁ ἐπουράνιος τέτοιοι εἶναι καὶ ὅλοι ὅσοι γίνονται ἐπουράνιοι δι᾿ αὐτοῦ.»
(Α´ Κορ. ιε´ 47-48). Καὶ πάλι: «Ἡ ἀπαρχὴ εἶναι ὁ Χριστός, ἔπειτα ὅσοι εἶναι τοῦ Χριστοῦ.» (Α´ Κορ. ιε´ 23).
Ἐπειδὴ λοιπὸν ὁ Χριστὸς ἔγινε τέλειος ἄνθρωπος κατὰ τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα, ὅμοιος μέ μᾶς σὲ ὅλα ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, μᾶς μεταδίδει τὴν Θεότητά του λόγω τῆς πίστης μας σ᾿ αὐτὸν καὶ μᾶς καθιστὰ συγγενεῖς του κατὰ τὴν φύση καὶ τὴν οὐσία τῆς Θεότητάς του. Πρόσεξε τὸ νέο καὶ παράδοξο μυστήριο: Ὁ Θεὸς Λόγος ἔλαβε ἀπὸ μᾶς σάρκα, ποὺ δὲν εἶχε ἐκ φύσεως καὶ ἔγινε ἄνθρωπος, ποὺ δὲν ἦταν. Ἀπὸ τότε μεταδίδει στοὺς πιστοὺς τὴν Θεότητά του – τὴν ὁποία κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους ἢ τοὺς ἀνθρώπους δὲν εἶχε ἀποκτήσει – καὶ μ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο γίνονται θεοὶ κατὰ χάρη καὶ θέση, ποὺ δὲν ἦταν. Ἔτσι χαρίζει σ᾿ αὐτοὺς τὴν ἐξουσία νὰ γίνονται τέκνα Θεοῦ (κατὰ Ἰωάννην 1:12) γι᾿ αὐτὸ καὶ ἔγιναν καὶ πάντοτε θὰ γίνονται καὶ ποτὲ δὲν θὰ πάψουν νὰ γίνονται. Ἄκουσε καὶ τὸν θεῖο Παῦλο ποὺ παρακινεῖ σ᾿ αὐτό: «Ὅπως φορέσαμε τὴν εἰκόνα τοῦ γήινου, ἂς φορέσουμε καὶ τὴν εἰκόνα τοῦ ἐπουράνιου.» (Α´ Κορινθίους 15:49).
Ὁ Θεὸς λοιπὸν τοῦ παντὸς μὲ τὴν σωματική του παρουσία στὴν γῆ ἦλθε γιὰ νὰ ἀναπλάσει καὶ νὰ ἀνακαινίσει τὸν ἄνθρωπο καὶ νὰ εὐλογήσει ὅλη τὴν κτίση ποὺ ἐπέσυρε ἐπάνω της τὴν κατάρα ἐξαιτίας τοῦ ἀνθρώπου. Καὶ πρῶτα ζωοποίησε τὴν ψυχὴ ποὺ ἔλαβε καὶ ἀφθαρτώντας την τὴν θέωσε, ἐνῶ τὸ ἄχραντο σῶμα του, ἂν καὶ τὸ θέωσε, ὅμως τὸ κρατοῦσε ἀκόμη φθαρτὸ καὶ ὑλικό. Γιατὶ τὸ σῶμα ποὺ τρώει καὶ πίνει, κοπιάζει καὶ ἱδρώνει, δένεται καὶ σέρνεται, ὑψώνεται στὸν σταυρὸ καὶ καρφώνεται, εἶναι βέβαια φθαρτὸ καὶ ὑλικό, ἀφοῦ μάλιστα πέθανε καὶ τοποθετήθηκε νεκρὸ στὸ μνημεῖο. Μετὰ δὲ τὴν ἀνάστασή του συνανέστησε καὶ τὸ σῶμα τοῦ ἄφθαρτο, πνευματικό, ὅλο θεῖο καὶ ἄυλο, γι᾿ αὐτὸ καὶ δὲν συνέτριψε τὶς σφραγῖδες τοῦ μνήματος, εἰσερχόταν δὲ καὶ ἐξερχόταν ἐλεύθερα μέσα ἀπὸ τὶς κλειστὲς πόρτες.
Ἀλλὰ γιατὶ μαζὶ μὲ τὴν ψυχὴ δὲν ἔκανε ἀμέσως καὶ τὸ σῶμα πνευματικὸ καὶ ἄφθαρτο; ἐπειδὴ καὶ ὁ Ἀδὰμ τρώγοντας τὸν ἀπαγορευμένο καρπὸ εὐθὺς μὲν μὲ τὴν παράβαση πέθανε κατὰ τὴν ψυχή, ἐνῷ κατὰ τὸ σῶμα ὕστερα ἀπὸ πολλὰ χρόνια. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ Χριστὸς πρῶτα ἀνέστησε καὶ ζωοποίησε τὴν ψυχὴ ποὺ τιμωρήθηκε μὲ τὸ ἐπιτίμιο τοῦ θανάτου, ἔπειτα δὲ οἰκονόμησε νὰ ἀπολαύσει καὶ τὸ σῶμα τὴν ἀφθαρσία διὰ τῆς ἀναστάσεως, αὐτὸ ποὺ διὰ τοῦ θανάτου ἐπέστρεφε στὴν γῆ κατὰ τὴν ἀρχαία ἀπόφαση. Κι ὄχι μόνον αὐτό, ἀλλὰ κατέβηκε στὸν ᾅδη ἐλευθερώνοντας ἀπὸ τὰ δεσμὰ τὶς ψυχὲς τῶν ἐκεῖ φυλακισμένων ἁγίων καὶ τὶς κατέταξε σὲ τόπο ἀναπαύσεως καὶ ἀνεσπέρου φωτός. Τὰ σώματά τους ὅμως δὲν τὰ ἀνέστησε, ἀλλὰ τὰ ἄφησε στοὺς τάφους μέχρι τὴν κοινὴ ἀνάσταση.
Τὸ μυστήριο λοιπὸν αὐτὸ ποὺ συντελέστηκε γιὰ ὅλο τὸν κόσμο μὲ τὴν ἔνσαρκη οἰκονομία τοῦ Χριστοῦ, τοῦτο τὸ ἴδιο γινόταν καὶ σὲ κάθε ἅγιο καὶ γίνεται ἀδιαλείπτως μέχρι σήμερα σὲ κάθε πιστό. Γιατὶ λαμβάνοντας τὸ πνεῦμα τοῦ Δεσπότη καὶ Θεοῦ μας συμμετέχουμε στὴν θεότητά του, τρώγοντας δὲ τὴν πανάμωμο σάρκα του γινόμαστε ἀληθινὰ καὶ ἐξ ὁλοκλήρου σύσσωμοι τοῦ Χριστοῦ καὶ συγγενεῖς του, καθὼς καὶ αὐτὸς ὁ θεῖος Παῦλος βεβαιώνει: «Εἴμαστε ὀστοῦν ἀπὸ τὰ ὀστά του καὶ σάρκα ἀπὸ τὴν σάρκα του» (Ἐφεσίους 5:30) καὶ ἀλλοῦ: «ἀπὸ τὸν πλοῦτο τῆς θεότητός του ὅλοι ἐμεῖς λάβαμε ἀλλεπάλληλες δωρεές» (κατὰ Ἰωάννην 1:16 καὶ Κολασσαεῖς 2:9). Ἔτσι γινόμαστε κατὰ χάριν ὅμοιοι μὲ τὸν φιλάνθρωπο Θεὸ καὶ Δεσπότη μας ἀνακαινισμένοι στὴν ψυχή, ἄφθαρτοι καὶ ἀναστημένοι ἀπὸ νεκροὶ ποὺ ἤμαστε. Τότε βλέπουμε αὐτὸν ποὺ καταδέχτηκε νὰ γίνει ὅμοιός μας καὶ βλεπόμαστε ἀπ᾿ αὐτόν, ποὺ μᾶς ἀξίωσε νὰ γίνουμε ὅμοιοί του, ὅπως κάποιος βλέπει ἀπὸ μακριὰ τὸ πρόσωπο τοῦ φίλου του καὶ διαλέγεται μ᾿ αὐτὸν καὶ συνομιλεῖ καὶ ἀκούει τὴν φωνή του.
Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ οἱ ἀπ᾿ αἰῶνος ἅγιοι καὶ οἱ παλαιοὶ καὶ οἱ τωρινοὶ πνευματικὰ βλέποντες δὲν βλέπουν σχῆμα ἢ εἶδος ἢ ὁμοίωμα, ἀλλὰ φῶς ἀσχημάτιστο, ἐπειδὴ καὶ αὐτοὶ εἶναι φῶς ἐκ τοῦ φωτός, δηλαδὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὅμως ἂν καὶ φτάνουν σ᾿ αὐτὴ τὴν κατάσταση, τὰ σώματά τους δὲν γίνονται ἀμέσως ἄφθαρτα καὶ πνευματικά, ἀλλὰ ὅπως ἀκριβῶς τὸ σίδερο ποὺ πυρακτώνεται στὴν φωτιὰ παίρνει τὴν λαμπρότητά της, ὅταν ὅμως ἀπομακρυνθεῖ ἀπ᾿ αὐτὴν γίνεται πάλι ψυχρὸ καὶ μαῦρο, ἔτσι ἀκριβῶς καὶ τὰ σώματα τῶν ἁγίων: Μετέχοντας καὶ αὐτὰ στὸ θεῖο πῦρ, δηλαδὴ στὴν χάρη τοῦ Θεοῦ, ἁγιάζονται, φλεγόμενα καθαρίζονται, γίνονται διαυγῆ καὶ πολυτιμότερα ἀπὸ τὰ ἄλλα σώματα. Ἀλλὰ ὅταν ἡ ψυχὴ βγεῖ ἀπὸ τὸ σῶμα, ἀμέσως καὶ αὐτὰ παραδίδονται στὴν φθορὰ καὶ διαλύονται σιγὰ-σιγά. Ἄλλα ὅμως διατηροῦνται γιὰ πολλὰ χρόνια χωρὶς νὰ εἶναι οὔτε ἐντελῶς ἄφθαρτα οὔτε πάλι τελείως φθαρτά, ἀλλὰ διασῴζουν μέσα τοὺς τὰ γνωρίσματα καὶ τῆς ἀφθαρσίας καὶ τῆς φθορᾶς, ὥσπου νὰ φτάσουν στὴν τέλεια ἀφθαρσία καὶ νὰ ἀνακαινιστοῦν τὴν τελευταία καὶ κοινὴ ἀνάσταση τῶν νεκρῶν. Γιὰ ποιὸ λόγο; Διότι δὲν ἔπρεπε νὰ ἀναστηθοῦν καὶ νὰ ἀφθαρτωθοῦν τὰ ἀνθρώπινα σώματα, πρὶν ἀπὸ τὴν ἀνακαίνιση τῶν κτισμάτων, ἀλλὰ ὅπως ἀκριβῶς πρῶτα πλάστηκε ἡ φύση ἄφθαρτη καὶ ἔπειτα ὁ ἄνθρωπος, ἔτσι πάλι πρῶτα ἡ κτίση πρέπει νὰ μεταποιηθεῖ ἀπὸ τὴν φθορὰ στὴν ἀφθαρσία καὶ μετὰ μαζὶ μ᾿ αὐτὴν ν᾿ ἀλλάξουν καὶ νὰ ἀνακαινιστοῦν τὰ φθαρτὰ σώματα τῶν ἀνθρώπων, ὥστε ὁ ἄνθρωπος πνευματικὸς πιὰ καὶ ἀθάνατος νὰ κατοικήσει σὲ τόπο ἄφθαρτο, αἰώνιο καὶ πνευματικό. Καὶ ὅτι αὐτὸ εἶναι ἀλήθεια, ἄκουσε τὸν Ἀπόστολο Πέτρο ποὺ τὸ βεβαιώνει: «Θὰ ἔρθει ἡ ἡμέρα τοῦ Κυρίου σὰν κλέπτης τὴν νύχτα καὶ τότε οἱ οὐρανοὶ θὰ διαλυθοῦν ἀπὸ τὴν φωτιὰ καὶ τὰ στοιχεῖα τῆς φύσεως θὰ καοῦν καὶ θὰ λυώσουν» (Β´ Πέτρου 3:10,12), ὄχι γιὰ νὰ ἐξαφανιστοῦν, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἀναχωνευθοῦν καὶ νὰ ἀναστοιχειωθοῦν σὲ καλύτερη καὶ αἰώνια κατάσταση. Ἀπὸ ποῦ γίνεται φανερὸ αὐτό; Ἀπὸ τὰ λόγια ποὺ προσθέτει στὴν συνέχεια ὁ Ἀπόστολος: «Καινούριους οὐρανοὺς καὶ καινούρια γῆ προσδοκοῦμε κατὰ τὴν ἐπαγγελία σου» (Β´ Πέτρου 3:13). Τίνος τὴν ἐπαγγελία; Ἀσφαλῶς τοῦ Χριστοῦ ποὺ εἶπε: «Ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ θὰ παρέλθουν, οἱ λόγοι μου ὅμως δὲν θὰ παρέλθουν» (κατὰ Ματθαῖον 24:35). Παρέλευση τοῦ οὐρανοῦ ἐννοεῖ τὴν ἀλλαγή του, γι᾿ αὐτὸ λέει ὅτι ἂν καὶ ὁ οὐρανὸς θὰ ἀλλάξει, ὅμως οἱ δικοί του λόγοι θὰ μένουν ἀναλλοίωτοι καὶ σταθεροί. Αὐτὸ προανήγγειλε καὶ ὁ προφήτης Δαυίδ: «Σὰν μανδύα θὰ τοὺς τυλίξεις καὶ θὰ ἀλλάξουν, ἐσὺ ὅμως θὰ παραμείνεις ὁ ἴδιος καὶ τὰ ἔτη τῆς ζωῆς σου δὲν θὰ ἐκλείψουν» (Ψαλμοί, 101:27-28). Τί θὰ μποροῦσε νὰ γίνει σαφέστερο ἀπὸ αὐτὰ τὰ λόγια;
Κεφάλαιο ι´. Ὅτι καὶ πάντες οἱ Ἅγιοι τὸν Λόγον τοῦ Θεοῦ ἐν ἑαυτοῖς συλλαμβάνουσι τῇ Θεοτόκῳ παραπλησίως καὶ γεννῶσιν αὐτὸν καὶ γεννᾶται ἐν αὐτοῖς καὶ γεννῶνται ὑπ᾿ αὐτοῦ καὶ πῶς υἱοὶ καὶ ἀδελφοὶ καὶ μητέρες αὐτοῦ χρηματίζουσιν.
Ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ Θεός, ἀφοῦ εἰσῆλθε στὰ σπλάγχνα τῆς Παναγίας Παρθένου καὶ ἔλαβε σάρκα ἀπ᾿ αὐτήν, γεννήθηκε, ὅπως εἴπαμε, τέλειος ἄνθρωπος καὶ τέλειος Θεὸς ἀσυγχύτως. Τί σημαντικότερο ἔγινε ποτὲ γιὰ μᾶς; Ὅλοι μας πιστεύουμε σ᾿ αὐτὸν τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ καὶ Υἱὸ τῆς ἀειπαρθένου καὶ Θεοτόκου Μαρίας καὶ γι᾿ αὐτὸ δεχόμαστε τὸν περὶ αὐτοῦ λόγο μὲ ἐμπιστοσύνη. Ἂν τὸν ὁμολογοῦμε λοιπὸν καὶ μετανοοῦμε ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ψυχῆς μας γιὰ τὶς προηγούμενες ἁμαρτίες μας, τότε ὁ λόγος τῆς εὐσεβείας, τὸν ὁποῖο δεχόμαστε, γεννιέται μέσα μας σὰν σπόρος, ὅπως ἀκριβῶς ὁ Λόγος τοῦ Πατρὸς εἰσῆλθε στὴν γαστέρα τῆς Παρθένου. Θαύμασε τὸ μέγα τοῦτο καὶ ἐκπληκτικὸ μυστήριο καὶ δέξου τὸ μὲ κάθε πληροφορία καὶ πίστη.
Συλλαμβάνουμε λοιπὸν αὐτὸν τὸν Λόγο ὄχι σωματικά, ὅπως τὸν συνέλαβε ἡ Παρθένος καὶ Θεοτόκος, ἀλλὰ πνευματικὰ μὲν πραγματικὰ ὅμως. Καὶ ἔχουμε μέσα στὶς καρδιές μας αὐτὸν ποὺ τὸν ἴδιο ποὺ συνέλαβε καὶ ἡ Ἁγνὴ Παρθένος, ὅπως λέει ὁ θεῖος Παῦλος: «Ὁ Θεὸς ποὺ εἶπε νὰ λάμψει φῶς μέσα στὶς καρδιές μας πρὸς φωτισμὸν τῆς γνώσεως τοῦ Υἱοῦ του» (Β´ Κορινθίους 4:6), σὰν νὰ λέει: Αὐτὸς ὅλος γεννήθηκε ἀληθινὰ μέσα μας. Καὶ ὅτι εἶναι ἔτσι τὸ φανερώνει μὲ ὅσα παραθέτει στὴν συνέχεια: «Ἔχουμε δὲ τὸν θησαυρὸν αὐτὸν μέσα σὲ πήλινα σκεύη» (Β´ Κορινθίους 4:6), ὀνομάζοντας θησαυρὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Καὶ σὲ ἄλλο σημεῖο ὀνομάζει τὸ Πνεῦμα Κύριο: «Γιατὶ τὸ Πνεῦμα» λέει «εἶναι ὁ Κύριος» (Β´ Κορινθίους 4:6), ὥστε ὅπου ἀκοῦς Υἱὸν Θεοῦ νὰ ἐννοεῖς μαζὶ καὶ τὸ Πνεῦμα καὶ ἂν πάλι ἀκούσεις γιὰ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα νὰ ἐννοεῖς μαζὶ μὲ αὐτὸ καὶ τὸν Πατέρα, ἐπειδὴ καὶ γι᾿ αὐτὸν λέει: «Πνεῦμα ὁ Θεός» (κατὰ Ἰωάννη 4:24), διδάσκοντάς σε παντοῦ τὸ ἀχώριστο καὶ ὁμοούσιο τῆς Ἁγίας Τριάδος, ὅτι δηλαδὴ ὅπου εἶναι ὁ Υἱὸς ἐκεῖ εἶναι καὶ ὁ Πατήρ, καὶ ὅπου ὁ Πατὴρ ἐκεῖ καὶ τὸ Πνεῦμα, καὶ ὅπου τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἐκεῖ ὅλη ἡ τρισυπόστατη Θεότητα, ὁ ἕνας Θεὸς καὶ Πατὴρ μαζὶ μὲ τὸν Υἱὸ καὶ τὸ Πνεῦμα τοὺς ὁμοουσίους, «αὐτὸς ποὺ εἶναι εὐλογητὸς στοὺς αἰῶνες, ἀμήν» (Ρωμαίους 1:25).
Ἔτσι ὅταν πιστεύσουμε ὁλόψυχα καὶ μετανοήσουμε θερμὰ θὰ συλλάβουμε ὅπως εἰπώθηκε τὸν Λόγο τοῦ Θεοῦ στὶς καρδιές μας, καθὼς τὸν συνέλαβεν ἡ Παρθένος, προσφέροντάς του κι ἐμεῖς τὶς ψυχές μας παρθενικὲς καὶ ἁγνές. Καὶ ὅπως ἐκείνη δὲν τὴν κατέφλεξε τὸ πῦρ τῆς θεότητας, ἐπειδὴ ἦταν ἁγνὴ καὶ ὑπεράμωμη, ἔτσι οὔτε καὶ ἐμᾶς μας κατακαίει, ὅταν τοῦ προσφέρουμε τὶς καρδιές μας ἁγνὲς καὶ καθαρές, ἀλλὰ γίνεται ἐντός μας δροσιὰ ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ πηγὴ ὕδατος καὶ ρεῖθρον ἀθάνατης ζωῆς. Ὅτι δεχόμαστε καὶ ἐμεῖς παρόμοια τὸ ἄστεκτον πῦρ τῆς θεότητας, ἄκουσε τὸν Κύριο ποὺ τὸ λέει: «Πῦρ ἦλθα νὰ βάλω στὴν γῆ» (κατὰ Λουκᾶν 12:49). Τί ἄλλο ἐννοεῖ, παρὰ τὸ ὁμοούσιο πρὸς τὴν θεότητά του Πνεῦμα, μὲ τὸ ὁποῖο συνεισέρχεται καὶ συνθεωρεῖται μέσα μας καὶ ὁ ἴδιος ὁ Υἱὸς μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα;
Ἐπειδὴ ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ μία φορὰ σαρκώθηκε ἀπὸ τὴν Παρθένο καὶ γεννήθηκε ἀπὸ αὐτὴν σωματικά, ἀνέκφραστα καὶ ὑπὲρ λόγον καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σαρκωθεῖ πάλι ἢ νὰ γεννηθεῖ σωματικὰ ἀπὸ τὸν καθένα ἀπὸ μᾶς, τί προνοεῖ; Μᾶς μεταδίδει γιὰ τροφὴ ἐκείνη τὴν ἄχραντη σάρκα ποὺ προσέλαβε ἀπὸ τὴν πανάχραντη Θεοτόκο, κατὰ τὴν σωματική του γέννηση. Ἂν τὴν μεταλαμβάνουμε ἄξια, ἔχουμε μέσα μας ὅλον τὸν σαρκωθέντα Θεὸ καὶ Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό, αὐτὸν τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ καὶ Υἱὸ τῆς Παρθένου τὸν καθήμενο στὰ δεξιὰ τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος λέει: «ἐκεῖνος ποὺ τρώγει τὴν σάρκα μου καὶ πίνει τὸ αἷμα μου μένει μέσα μου καὶ ἐγὼ μέσα του» (κατὰ Ἰωάννη 6:56), χωρὶς ὅμως νὰ προέρχεται ἢ νὰ γεννιέται σωματικὰ ἀπὸ ἐμᾶς, ἀλλὰ οὔτε καὶ νὰ μᾶς ἀποχωρίζεται ποτέ. Διότι ἐμεῖς δὲν τὸν αἰσθανόμαστε σὰν σάρκα, ἂν καὶ βρίσκεται μέσα μας ὅπως ἀκριβῶς ἕνα βρέφος, ἀλλὰ ὑπάρχει ἀσωμάτως σὲ σῶμα, ἀναμιγνυόμενος ἀνέκφραστα μὲ τὴν φύση μας καὶ τὴν οὐσία μας καὶ θεοποιώντας μας, ἐπειδὴ γίναμε σύσσωμοι καὶ μ᾿ αὐτὸν δηλαδὴ σάρκα ἀπὸ τὴν σάρκα του καὶ ὀστοῦν ἀπὸ τὰ ὀστά του. Αὐτὸ εἶναι τὸ μεγαλύτερο καὶ φρικτότερο μυστήριο τῆς ἀνέκφραστης οἰκονομίας καὶ συγκαταβάσεώς του, ποὺ δίσταζα νὰ τὸ γράψω καὶ ἔτρεμα νὰ τὸ ἐπιχειρήσω.
Ὁ Θεὸς ὅμως πάντοτε θέλει νὰ ἀποκαλύπτεται καὶ νὰ φανερώνεται ἡ ἀγάπη τοῦ σ᾿ ἐμᾶς, ὥστε καὶ ἐμεῖς κάποτε κατανοώντας τὴν μεγάλη του ἀγαθότητα καὶ αἰσθανόμενοι ντροπὴ νὰ προθυμοποιηθοῦμε νὰ τὸν ἀγαπήσουμε. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἐγὼ παρακινήθηκα ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ποὺ φωτίζει τὶς καρδιές μας καὶ σᾶς φανέρωσα αὐτὰ τὰ μυστήρια γραπτῶς, ὄχι γιὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὅμοιος μ᾿ αὐτὴν ποὺ γέννησε τὸν Κύριο – μὴ γένοιτο – αὐτὸ εἶναι ἀδύνατο. Διότι ἄλλη εἶναι ἡ ἔνσαρκη καὶ ἄφραστη γέννηση τοῦ Θεοῦ Λόγου ἀπὸ τὴν Παρθένο καὶ ἄλλη ποὺ συντελεῖται σέ μας πνευματικῶς. Ἐκείνη γεννώντας ἔνσαρκο τὸν Υἱὸ καὶ Λόγο τοῦ Θεοῦ ἀπεργάστηκε στὴν γῆ τὸ μυστήριό της ἀναπλάσεως τοῦ ἀνθρωπίνου γένους μας καὶ τὴν σωτηρία ὅλου τοῦ κόσμου, ποὺ εἶναι ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς καὶ Θεός, αὐτὸς ποὺ ἕνωσε στὸν ἑαυτό του τὰ διεστῶτα καὶ ἐξάλειψε τὴν ἁμαρτία τοῦ κόσμου. Ἐνῷ αὐτὴ (ποὺ συντελεῖται σὲ μᾶς) γεννώντας ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι τὸν Λόγο τῆς γνώσεως τοῦ Θεοῦ, ἀπεργάζεται ἀκατάπαυστα στὶς καρδιές μας τὸ μυστήριο τῆς ἀνακαινίσεως τῶν ἀνθρώπινων ψυχῶν καὶ τὴν κοινωνία καὶ ἕνωση μὲ τὸν Θεὸ Λόγο, αὐτὴν ὑπαινίσσεται καὶ τὸ θεῖο λόγιο: «Δι᾿ αὐτοῦ συλλάβαμε καὶ ἐγεννήσαμε μὲ πόνο τὸ πνεῦμα τῆς σωτηρίας, τὸ ὁποῖο κυοφορήσαμε πάνω στὴν γῆ» (Ἡσαΐας 26:18).
Λοιπὸν δὲν σᾶς φανέρωσα αὐτὰ τὰ μυστήρια γιὰ νὰ ἀποδείξω ὅτι ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ γεννήσει τὸν Χριστὸ κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο ποὺ τὸν γέννησε ἡ Παναγία, ἀλλὰ γιὰ νὰ φανερωθεῖ ἡ ὑπεράπειρη καὶ γνήσια ἀγάπη του σ᾿ ἐμᾶς καὶ ὅτι ἂν τὸ θέλουμε ὅλοι μποροῦμε νὰ γίνουμε μητέρα καὶ ἀδελφοί του κατὰ τὸν προαναφερόμενο τρόπο, καθὼς καὶ ὁ ἴδιος τὸ διακηρύττει: «Μητέρα μου καὶ ἀδελφοί μου εἶναι αὐτοὶ ποὺ ἀκοῦνε τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν ἐκτελοῦν» (κατὰ Λουκᾶν 8:21). Ἔτσι θὰ γίνουμε ἴσοι μὲ τοὺς μαθητὲς καὶ ἀποστόλους του, ὄχι κατὰ τὴν ἀξία, οὔτε κατὰ τὶς περιοδίες καὶ τοὺς κόπους ποὺ ὑπέφεραν, ἀλλὰ κατὰ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δωρεὰ τὴν ὁποία ἐξέχεε σ᾿ ὅλους ποὺ τὸν πίστευαν καὶ τὸν ἀκολουθοῦσαν, χωρὶς νὰ στραφοῦν ποτὲ πίσω.
Εἶδες πὼς ὅλους ἐκείνους ποὺ ἀκοῦνε καὶ πράττουν τὸν λόγο τοῦ τοὺς ἀνύψωσε στὴν ἀξία τῆς Μητέρας του καὶ τοὺς ἀποκαλεῖ ἀδελφοὺς καὶ συγγενεῖς του; Ὅμως μόνο ἐκείνη ὑπῆρξε ἡ κυρίως Μητέρα του, ἐπειδὴ ὅπως ἀνέφερα τὸν γέννησε ἀνερμηνεύτως καὶ χωρὶς ἄνδρα, ἐνῷ ὅλοι οἱ ἅγιοι τὸν συλλαμβάνουν καὶ τὸν κατέχουν κατὰ χάριν καὶ δωρεάν. Καὶ ἀπὸ μὲν τὴν ἄμωμη Μητέρα του δανείστηκε τὴν παναμώμητη σάρκα του καὶ σὲ ἀντάλλαγμα τῆς δώρισε τὴν θεότητα – ὢ τί παράξενη καὶ ἀσυνήθιστη συναλλαγὴ – ἐνῷ ἀπὸ τοὺς ἁγίους δὲν παίρνει σάρκα, ἀλλὰ ἀντίθετα αὐτὸς τοὺς μεταδίδει τὴν θεωμένη σάρκα του. Ἂς ἐξετάσουμε λοιπὸν τὸ βάθος αὐτοῦ τοῦ μυστηρίου.
Ἡ χάρη τοῦ Πνεύματος στὸν Χριστό, δηλαδὴ τὸ πῦρ τῆς θεότητος, προέρχεται ἀπὸ τὴν θεία τοῦ φύση καὶ οὐσία. Ὅμως τὸ σῶμα του δὲν ἔχει τὴν ἴδια προέλευση, ἀλλὰ προέρχεται ἀπὸ τὴν πάναγνη καὶ ἅγια σάρκα τῆς Θεοτόκου, τὴν ὁποία προσέλαβε κατὰ τὸ ἱερὸ λόγιο: «ὁ Λόγος ἔγινε σάρκα» (κατὰ Ἰωάννην 1:14). Ἔκτοτε ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς ἀχράντου Παρθένου μεταδίδει στοὺς ἁγίους, ἀπὸ μὲν τὴν φύση καὶ τὴν οὐσία τοῦ συναΐδιου Πατρός του τὴν χάρη τοῦ Πνεύματος, δηλαδὴ τὴν θεότητα, καθὼς καὶ μέσῳ τοῦ προφήτη λέγει: «Θὰ συμβεῖ τοῦτο κατὰ τὶς ἔσχατες ἡμέρες, θὰ ἐκχύσω ἀπὸ τὸ Πνεῦμα μου σὲ κάθε ἄνθρωπο» (Ἰωὴλ 3:1), ἐννοώντας κάθε πιστό, ἀπὸ δὲ τὴν φύση καὶ οὐσία ἐκείνης ποὺ κυρίως καὶ ἀληθῶς τὸν γέννησε τὴν σάρκα, τὴν ὁποία ἔλαβε ἀπὸ αὐτή.
Καὶ ὅπως ἀπὸ τὴν πληρότητά του λάβαμε ὅλοι ἐμεῖς, ἔτσι ἀκριβῶς μεταλαμβάνουμε ἀπὸ τὴν ἄμωμη σάρκα τῆς Παναγίας Μητέρας του, τὴν ὁποία καὶ ἐκεῖνος προσέλαβε καὶ ὅπως ἔγινε υἱὸς καὶ Θεός της ὁ Χριστὸς καὶ Θεός μας γενόμενος καὶ ἀδελφός μας, ἔτσι ἀκριβῶς καὶ ἐμεῖς – ὢ τί ἀνέκφραστη φιλανθρωπία – γινόμαστε υἱοὶ τῆς Θεοτόκου Μητέρας του καὶ ἀδελφοὶ τοῦ Χριστοῦ, ἐπειδὴ χάρη στὸν ὑπεράμωμο καὶ ὑπεράγνωστο γάμο ποὺ τελέστηκε μ᾿ αὐτὴν καὶ σ᾿ αὐτὴν γεννήθηκε ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ ἀπ᾿ αὐτὸν πάλι ὅλοι οἱ ἅγιοι. Πράγματι, ὅπως ἀπὸ τὴν συνουσία καὶ τὴν σπορὰ τοῦ Ἀδὰμ πρώτη ἡ Εὔα γέννησε καὶ ἀπὸ ἐκείνη καὶ μέσῳ ἐκείνης γεννήθηκαν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, ἔτσι καὶ ἡ Θεοτόκος, ἀφοῦ δέχτηκε ἀντὶ σπορᾶς τὸν Λόγο τοῦ Θεοῦ συνέλαβε καὶ γέννησε μόνο τὸν πρὸ αἰώνων μονογενῆ του Πατρὸς καὶ μετέπειτα σαρκωθέντα δικό της μονογενῆ. Καὶ μολονότι ἡ ἴδια ἔπαψε νὰ συλλαμβάνει καὶ νὰ γεννᾷ, ὁ Υἱὸς τῆς γέννησε καὶ γεννᾷ καθημερινὰ ὅσους πιστεύουν σ᾿αὐτὸν καὶ τηροῦν τὶς ἅγιες ἐντολές του. Ἀσφαλῶς ἔπρεπε ἡ πνευματική μας ἀναγέννηση καὶ ἀνάπλαση νὰ γίνει διὰ τοῦ ἀντρός, δηλαδὴ τοῦ δευτέρου Ἀδὰμ καὶ Θεοῦ, ἐπειδὴ ἡ γέννησή μας στὴν φθορὰ ἔγινε διὰ τῆς γυναικὸς Εὔας.
Καὶ πρόσεχε τὴν ἀκρίβεια τοῦ λόγου: ἀνδρὸς θνητοῦ καὶ φθαρτοῦ ἡ σπορὰ φθαρτοὺς υἱοὺς καὶ θνητοὺς διὰ γυναικὸς γέννησε καὶ γεννᾷ, ἀθανάτου καὶ ἀφθάρτου Θεοῦ ὁ ἀθάνατος καὶ ἄφθαρτος Λόγος ἀθάνατα καὶ ἄφθαρτα τέκνα γέννησε καὶ διαρκῶς γεννᾷ, ἀφοῦ πρῶτα αὐτὸς γενννήθηκε ἀπὸ τὴν Παρθένο ἐν ἁγίῳ Πνεύματι βεβαίως.
Γι᾿ αὐτὸ λοιπὸν εἶναι δέσποινα καὶ βασίλισσα καὶ κυρία καὶ Μητέρα ὅλων τῶν ἁγίων ἡ Μητέρα τοῦ Θεοῦ, ἐνῷ ὅλοι οἱ ἅγιοι εἶναι καὶ δοῦλοι τῆς ἀφοῦ εἶναι Μητέρα τοῦ Θεοῦ καὶ παιδιά της ἀφοῦ μεταλαμβάνουν ἀπὸ τὴν πανάχραντη σάρκα τοῦ Υἱοῦ της. Πιστὸς ὁ λόγος: ἡ σάρκα τοῦ Υἱοῦ τῆς εἶναι σάρκα τῆς Θεοτόκου. Μεταλαμβάνοντας καὶ ἐμεῖς ἀπ᾿ αὐτὴν τὴν θεωμένη σάρκα τοῦ Κυρίου, ὁμολογοῦμε καὶ πιστεύουμε ὅτι μεταλαμβάνουμε ζωὴν αἰώνια, ἐκτὸς ἂν ἀναξίως καὶ εἰς κατάκριμα μεταλαμβάνουμε.
Πράγματι ὅλοι οἱ ἅγιοι εἶναι συγγενεῖς πρὸς τὴν Παναγία Μητέρα τοῦ Θεοῦ κατὰ τρεῖς τρόπους: Πρῶτον ἐπειδὴ προέρχονται ἀπὸ τὸν ἴδιο πηλὸ μ᾿ αὐτὴν καὶ τὴν ἴδια πνοή, δηλαδὴ τὴν ψυχή. Δεύτερον ἐπειδὴ ἔχουν κοινωνία καὶ μετουσία μὲ αὐτὴν διὰ τῆς προσλήψεως τῆς σαρκός της ἀπὸ τὸν Χριστό. Καὶ τρίτον ἐπειδή, λόγῳ τῆς ἐν Πνεύματι ἁγιωσύνης ποὺ ἐνυπάρχει σὲ αὐτούς, καθένας συλλαμβάνει ἐντός του καὶ κατέχει τὸν Θεὸ τῶν ὅλων, ὅπως ἀκριβῶς καὶ ἐκείνη τὸν εἶχε ἐντός της. Διότι ἂν καὶ τὸν γέννησε σωματικῶς, ὅμως πάντοτε τὸν εἶχε ὅλον καὶ πνευματικῶς μέσα της καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ τὸν ἔχει καὶ τώρα καὶ πάντοτε ἀχώριστον ἀπὸ αὐτήν.
Σ᾿ αὐτὸν πρέπει ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος στοὺς αἰώνες. Ἀμήν
Ἔκδοσις τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου, Κάλαμος Ἀττικῆς
Πηγή: iak.gr
ΑΡΘΡΑ (ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ)
Άγιος Βασίλειος ο Μέγας
Περί της Περιτομής του Κυρίου
Αγίου Ανδρέου, Αρχιεπισκόπου Κρήτης του Ιεροσολυμίτου
«Και όταν συμπληρώθηκαν οι ο κ τ ώ μ έ ρ ε ς για να γίνει
η π ε ρ ι τ ο μ ή του παιδιού, ο ν ο μ ά σ τ η κ ε Ι η σ ο ύ ς, όπως είχε ήδη ονομαστεί από τους αγγέλους πριν ακόμη συλληφθεί στην κοιλιά της μητέρας του» (Λουκάς 2:21).
«Χριστού περιτμηθέντος, ετμήθη νόμος. Και του νόμου τμηθέντος, εισήχθη χάρις»
1. Προοίμιο: Η 1η Ιανουαρίου είναι η Δεσποτική Γιορτή της Περιτομής του Χριστού πού γιορτάζει ένα γεγονός που έγινε οκτώ μέρες μετά την κατά σάρκα γέννησή του και κατά το οποίο πήρε το όνομά του Ιησούς (=Σωτήρας). Η Γιορτή αυτή συνδέει την Δεσποτική Γιορτή των Χριστουγέννων δηλ. των Γενεθλίων του Χριστού (25 Δεκεμβρίου) με την Δεσποτική Γιορτή των Θεοφανείων ή Φώτων δηλ. της Βαπτίσεως του Χριστού (6 Ιανουαρίου), και αποτελεί μαζί τους την λεγόμενη εορταστική περίοδο του Δωδεκαημέρου.
Αρχικά οι τρεις αυτές Δεσποτικές Γιορτές του Δωδεκαημέρου συμπεριλαμβάνονταν σε μία και αρχαία γιορτή, την Γιορτή των Θεοφανείων (6 Ιανουαρίου), της οποίας κεντρικό θέμα ήταν η αποκάλυψη του Τριαδικού Θεού στο πρόσωπο του Κυρίου Ιησού Χριστού. Η επιλογή της ημερομηνίας 6 Ιανουαρίου για την Γιορτή αυτή φαίνεται ότι οφειλόταν στο ότι ήταν ήδη ημέρα γιορτής στο παλαιό ρωμαϊκό ημερολόγιο ως ημέρα του χειμερινού ηλιοστασίου (ίσης ημέρας και νύχτας) από την οποία άρχιζε να μεγαλώνει η ημέρα και να μικραίνει η νύχτα.
Οι ρωμαίοι ειδωλολάτρες γιόρταζαν τα γενέθλια του αήττητου ορατού ήλιου ως του θεού του φωτός πού στηρίζει την φυσική ζωή στον κόσμο. Οι Χριστιανοί αντιμετώπισαν αυτήν την πρόσκληση γιορτάζοντας τον ερχομό του Χριστού στον κόσμο και προβάλλοντας τον Χριστό σαν τον ήλιο της δικαιοσύνης που μεταδίδει το άκτιστο θείο Φως του ενός Θεού «εν Τριάδι» και φωτίζει κάθε άνθρωπο που έρχεται στον κόσμο. Αργότερα επικράτησε η 25η Δεκεμβρίου ως η ημέρα του χειμερινού ηλιοστασίου και της γιορτής των γενεθλίων του ορατού ήλιου.
Η απάντηση των χριστιανών στη νέα αυτή ειδωλολατρική πρόκληση ήταν η μεταφορά της Γιορτής της Γεννήσεως του Χριστού στην ημερομηνία αυτή,[1] ενώ η 6η Ιανουαρίου παρέμεινε πλέον ως η Γιορτή της Βαπτίσεως του Χριστού. Η Γιορτή της Περιτομής του Χριστού ακολούθησε λογικά την Γιορτή των Χριστουγέννων οκτώ μέρες μετά.
Ο Λόγος περί της Περιτομής του Χριστού του μεγάλου πατρός της Εκκλησίας αγίου Ανδρέου Κρήτης (660-740), γνωστού από το υμνολογικό και κηρυγματικό έργο του, που ακολουθεί, μας εξηγεί την ιδιαίτερη σημασία της Δεσποτικής αυτής Γιορτής, η οποία εντάσσεται μέσα στο όλο έργο της αποκάλυψης του Θεού και της σωτηρίας μας που επιτέλεσε ο ενσαρκωθείς Υιός και Λόγος του Θεού, ο Κύριος και Λυτρωτής μας Ιησούς Χριστός. Επειδή ο Λόγος αυτός είναι εννοιολογικά πάρα πολύ πυκνός, τον παρουσιάζουμε αναλυτικότερα και επεξηγηματικά στην παρούσα μεταγλώττιση.
2. Οι Δεσποτικές Γιορτές και τα Γεγονότα του Βίου του Χριστού: Αρχίζει ο άγιος Ανδρέας με την επισήμανση ότι «είναι καλό και θεάρεστο να δοξάζουμε τον Θεό και να γιορτάζουμε για όλα όσα έκανε ο Σωτήρας μας Χριστός γιατί τα έκανε σαν Θεάνθρωπος και όχι σαν απλός άνθρωπος». Όλα όσα έκανε ο Χριστός, λέει ο άγιος, «αποτελούν εκπληκτικά θαύματα, γιατί έχουν θεανθρωπική βάση και θεανθρωπικό χαρακτήρα.
Γι αυτό είναι και μοναδικά και σωτήρια. Και δεν θα μπορούσαν τα γεγονότα αυτά να ήσαν διαφορετικά! Γιατί ο Χριστός είναι Θεός αληθινός που έγινε και άνθρωπος αληθινός». Τα έκανε αυτά γιατί ήθελε «να φανερωθεί στους ανθρώπους που είχαν αποξενωθεί από αυτόν και τον αγνοούσαν, και να υπομείνει σαν άνθρωπος αληθινός όλα τα ανθρώπινα ώστε να εκτελέσει όλα τα παραγγέλματα του θείου νόμου που είχαν δοθεί από τον Θεό στον άνθρωπο, με απώτερο σκοπό να δώσει αντί για αυτά άλλα καλλίτερα και τελειότερα (αντιδώσειεν)».
Το ρήμα «αντιδίδω» που χρησιμοποιείται εδώ από τον άγιο Ανδρέα Κρήτης, χαρακτηρίζει όλο το έργο (την κατά σάρκα οικονομία) του Χριστού που είναι μια σωτήρια αντίδοση. Με την ενανθρώπησή του πήρε ο Θεός όλα όσα έχουμε και τα αντάλλαξε όλα με άλλα δικά του που είναι γεμάτα με χάρη και αλήθεια.
Το ήθελε και το έκανε αυτό από φιλανθρωπία, γιατί έτσι μόνο θα αποκαθιστούσε τον άνθρωπο στην πραγματική και φυσική του κατάσταση, όπως τον είχε αρχικά πλάσσει ο ίδιος ως Θεός αληθινός.
Η ενανθρώπιση του Θεού ήταν το αντίδοτο του Θεού στην αποστασία του ανθρώπου που τον έκανε τον άνθρωπο να χάσει το δρόμο του και αποξενωθεί από τη θεία χάρη. Έγινε άνθρωπος ο Θεός για να θεοποιήσει τους ανθρώπους με την θεανθρώπινη υπόσταση του.
3. Η Δεσποτική Γιορτή της Περιτομής του Χριστού: Η περιτομή που υπέστη ο Χριστός οκτώ μέρες μετά την κατά σάρκα γέννηση του και την άσπορη προέλευσή του από την Παρθένο Μαρία φανερώνει αυτήν την αντίδοση που οδηγεί στη θέωση του ανθρώπου. Το γιορτάζουμε αυτό το γεγονός με ιδιαίτερη γιορτή επειδή αποτελεί πραγματικά, όπως λέει ο Άγιος Ανδρέας, «μέγιστο θαύμα».
Γιατί; Γιατί με αυτό ο Θεάνθρωπος Χριστός «όχι μόνον εκπλήρωσε τον νόμο, αλλά και φανέρωσε ταυτόχρονα και την υπέρβασή του, αποκαλύπτοντας τις πραγματικές διαστάσεις της σωτηρίας μας».
Στον Λόγο του αυτό, μας δίνει ο άγιος Ανδρέας Κρήτης με ένα τρόπο συνοπτικό αυτές τις διαστάσεις της σωτηρίας που μας προσφέρει ο ενσαρκωμένος Θεός.
4. Τι Σημαίνει η Περιτομή του Χριστού: Άνθρωπος Αληθινός αν και Θεός Αληθινός. Με το να υποστεί την περιτομή και να πάρει ένα συγκεκριμένο ανθρώπινο όνομα, σύμφωνα με το ιουδαϊκό πλαίσιο μέσα στο οποίο γεννήθηκε, απόδειξε ο Χριστός ότι ήταν πραγματικός άνθρωπος, αν και προϋπήρχε ως αληθινός Θεός, άπειρος και ασύγκριτος όπως ήταν πάντοτε.
Έγινε άνθρωπος μέσα σε ένα συγκεκριμένο χώρο-χρονικό και θρησκευτικό ανθρωπολογικό πλαίσιο και ακολούθησε την πορεία και τις προδιαγραφές της ανθρώπινης φύσης και της σχέσης της με τον Δημιουργό της Θεό. Η περιτομή του, λέει ο άγιος Ανδρέας, «φανερώνει ότι δεν είναι πλέον μόνον Υιός Θεού αλλά και Υιός της Παρθένου.
Είναι και παραμένει Υιός Θεού κατά κυριολεξία, όπως και ο Πατήρ είναι Πατήρ κατά κυριολεξία επειδή γεννάει τον Υιό, και το Πνεύμα το Άγιο είναι Πνεύμα κατά κυριολεξία επειδή εκπορεύεται από τον Πατέρα, και έτσι τα τρία αυτά θεία πρόσωπα, ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα, είναι ένας Θεός και υπάρχει σ’ αυτά η (μία) θεότητα». Ο Χριστός όμως «είναι και Υιός της Παρθένου και ακριβώς για αυτό το λόγο είναι και καταληπτός και προσιτός σε μας τους ανθρώπους».
Η ενανθρώπησής του δεν σημαίνει ότι έπαψε να είναι Θεός. Σημαίνει μάλλον ότι «έγινε και άνθρωπός μας, αυθεντικός, αληθινός, τέλειος άνθρωπος, τον οποίον μπορούμε τώρα να πλησιάζουμε με θάρρος όχι μόνον σαν Δεσπότη και Κτίστη αλλά και Σωτήρα μας γιατί είναι ένα μαζί μας. Πήρε την φύση μας, ακολούθησε την αληθινή πορεία της και την οδήγησε στην τελείωσή της.
Και τώρα μας την προσφέρει σαν ανταλλαγή και αντίδοτο για να γίνουμε και εμείς άνθρωποι αληθινοί, αυθεντικοί και τέλειοι όπως είναι εκείνος». Έτσι ακριβώς τον παρουσιάζει ο Λουκάς στην ευαγγελική αφήγησή του, την οποία αναφέρει ρητά ο άγιος Ανδρέας Κρήτης γιατί θέλει να δείξει αυτό το θεανθρώπινο θαύμα που παρουσιάζει ο Χριστός, δηλ. την ενανθρώπηση του Θεού και την θεοποίηση του ανθρώπου εν Χριστώ.
5. Η Γέννηση και η Περιτομή του Χριστού στο κατά Λουκά Ευαγγέλιο: «Και συνέβη, αμέσως μετά την αναχώρηση των αγγέλων στους ουρανούς, να πουν οι άνθρωποι, δηλ. οι ποιμένες, μεταξύ τους, ας πάμε μέχρι την Βηθλεέμ για να δούμε τι είναι αυτό το γεγονός για το οποίο ακούσαμε, και το οποίο μας γνωστοποίησε ο Κύριος. Έσπευσαν λοιπόν και ήρθαν, και βρήκαν την Μαριάμ και τον Ιωσήφ, και το βρέφος που βρισκόταν μέσα στην φάτνη.
Βλέποντάς το λοιπόν, κατάλαβαν τη σημασία που είχαν τα λόγια πού τους ειπώθηκαν σχετικά με το παιδί αυτό. Αλλά και όλοι οι άλλοι που άκουσαν έμειναν έκθαμβοι από όσα τους ανακοίνωσαν οι ποιμένες. Η Μαριάμ όμως συγκρατούσε τα λόγια αυτά μέσα της γιατί τα είχε βάλλει βαθιά στην καρδιά της. Γύρισαν λοιπόν οι ποιμένες στον τόπο τους δοξάζοντας και υμνολογώντας τον Θεό για όλα όσα άκουσαν και είδαν, όπως τους είχε ειπωθεί από πριν. Και όταν συμπληρώθηκαν οι ο κ τ ώ μ έ ρ ε ς για να γίνει η π ε ρ ι τ ο μ ή του παιδιού, ο ν ο μ ά σ τ η κ ε Ι η σ ο ύ ς, όπως είχε ήδη ονομαστεί από τους αγγέλους πριν ακόμη συλληφθεί στην κοιλιά της μητέρας του»![2]
6. Η Μεγάλη Σημασία της Ευαγγελικής Αφήγησης του Λουκά: «Είναι μεγάλος ο Λουκάς», λέει ο άγιος πατήρ, «γιατί μας εξηγεί τα μεγάλα και θαυμαστά μυστήρια που συνδέονται με το πρόσωπο, την ζωή και το έργο του Χριστού»! Σε τελευταία ανάλυση βέβαια, ο άγιος Ανδρέας λέει, με βάση την αρχαία εκκλησιαστική και πατερική παράδοση, ότι «το Ευαγγέλιό του Λουκά προέρχεται από τον απόστολο Παύλο, ο οποίος μιλάει με καύχηση γι αυτό όταν γράφει «κατά το Ευαγγέλιό μου» στις επιστολές του».[3]
«Αν δεν είχαμε αυτό το Ευαγγέλιο», λέει ο άγιος Ανδρέας Κρήτης, «τότε δεν θα γνωρίζαμε ότι η Παρθένος ευαγγελίστηκε», δηλαδή έμαθε τα εκπληκτικά νέα για την πραγματική ταυτότητα του υιού της•[4] «ότι ο Ιωάννης ο Βαπτιστής, ο μεγαλύτερος των προφητών, γεννήθηκε λίγο πριν από τον Χριστό για να γίνει πρόδρομος του Χριστού» σύμφωνα με το θείο σχέδιο της σωτηρίας του ανθρώπου•[5]
«ότι ο Σωτήρας μας Χριστός πολιτογραφήθηκε σαν άνθρωπος» μαζί με την μητέρα του και τον Ιωσήφ που πιστοποίησαν την γέννησή του•[6] «ότι ο Χριστός γεννήθηκε σε σπήλαιο της Βηθλεέμ»•[7] «ότι οι ποιμένες που βρίσκονταν στην συγκεκριμένη εκείνη περιοχή επίσης ευαγγελίστηκαν, δηλ. πληροφορήθηκαν για το θαύμα της ενανθρώπησης» και έγιναν οι πρώτοι αυτόπτες μάρτυρες του•[8]
«ότι ο ύμνος», που αποδίδει το κύριο γνώρισμα των Χριστουγέννων, «το Δόξα εν υψίστοις Θεώ, και επί γης ειρήνη πρωτο-ειπώθηκε από τους αγγέλους»•[9] «ότι η ειρήνη αυτή διαδηλώθηκε με την απογραφή που έγινε κατά διαταγή του Αυγούστου»•[10]
«ότι ο αρχιερέας Συμεών διακήρυξε το ευαγγέλιο της έλευσης του Χριστού και ότι η προφήτιδα Άννα το ομολόγησε και επιβεβαίωσε την σημασία του (ανθωμολογήσατο)»•[11]
«ότι ο Χριστός ως άνθρωπος συγκεκριμένος έλκυε την καταγωγή του μέσω του Ιωσήφ, του μνήστωρος της παρθένου Μαρίας, λόγω συγγένειας εξ αγχιστείας, από τον Δαυίδ και τελικά από τον Αδάμ και από τον ίδιο τον Θεό»•[12]
Αλλά το ίδιο ισχύει και με «τα περισσότερα γεγονότα μέχρι και εκείνα του πάθους, εκείνα που αναφέρονται στον Ηρώδη και στον Πιλάτο, στους δύο ληστές, και τα άλλα που δεν αναφέρονται στους άλλους Ευαγγελιστές».
7. Η Περιτομή του Χριστού και το Όνομα που έλαβε τότε:
Η περιτομή του νεογέννητου Χριστού δεν δηλώνει μόνο την αληθινή ανθρωπότητά του αλλά και το θεανθρώπινο πρόσωπό του. Αυτό φανερώνει ιδιαίτερα το Ό ν ο μ α που δόθηκε τότε στον νεογέννητο Χριστό και ήταν προκαθορισμένο από τον Θεό.
«Ποιο όνομα», ρωτάει ο άγιος Ανδρέας, εννοεί ο Λουκάς όταν λέει ότι «ονομάστηκε από τον άγγελο πριν συλληφθεί στην κοιλιά της μητέρας του»;[13] «Ο ίδιος ο ευαγγελιστής», λέει ο άγιος πατήρ, το εξηγεί αυτό παρουσιάζοντας τον άγγελο να λέει στην Μαρία: «Θα γεννήσεις υιό και θα του δώσεις το όνομα Ι η σ ο ύ ς. Αυτός θα είναι μέγας, και θα αποκληθεί Υιός του Υψίστου».[14]
Το ίδιο λέει και ο Ματθαίος στο σημείο που αναφέρει για την απιστία του Ιωσήφ και για το πως πείστηκε με το αγγελικό όραμα που είδε στον ύπνο του: «Γιατί αφού μνηστεύτηκε η μητέρα του Μαρία με τον Ιωσήφ, και πριν συνέλθουν, βρέθηκε έγκυος από το Πνεύμα το Άγιο. Ο Ιωσήφ όμως, ο άνδρας της, που ήταν δίκαιος, και δεν ήθελε να την εκθέσει, θέλησε να την διώξει στα κρυφά.
Αλλά καθώς διαλογιζόταν αυτό, ένας άγγελος του Κυρίου του παρουσιάστηκε στον ύπνο του και του είπε: Ιωσήφ, υιέ του Δαυίδ, μη διστάσεις να παραλάβεις την Μαριάμ την γυναίκα σου, γιατί το νεογνό που θα γεννήσει είναι από το Άγιο Πνεύμα. Θα γεννήσει υιό, και θα του δώσεις το όνομα Ι η σ ο ύ ς, γιατί αυτός θα σώσει τον λαό του από τις αμαρτίες του».[15]
Καί αμέσως μετά προσθέτει το εξής: «Και όλο αυτό έγινε για να εκπληρωθεί ο λόγος του προφήτου (Ησαία) που έλεγε, Ιδού η Παρθένος θα μείνει έγκυος και θα γεννήσει υιό, και θα τον αποκαλέσουν Ε μ μ α ν ο υ ή λ, που σημαίνει ο Θεός μεθ’ ημών».[16]
«Βλέπεις», λέει ο άγιος, «πώς συμφωνούν τα λόγια του προφήτη και του ευαγγελιστή; Γιατί η ερμηνεία του «Μεθ’ ημών ο Θεός» σημαίνει τη σωτηρία του λαού –ότι δηλαδή ο Δεσπότης έρχεται να συνοικήσει με τους δούλους; Το ίδιο με την αγγελική ρήση λέει και το όνομα Ι η σ ο ύ ς. Διότι Ι η σ ο ύ ς σημαίνει αυτόν που από συμπάθεια εργάζεται τα πάντα για να σώσει σύμφωνα με την οικονομία».
8. Το Όνομα Ιησούς ως το κύριο μήνυμα της Γιορτής της Περιτομής του Χριστού: Αυτό λοιπόν που μας προσφέρει πρωταρχικά η παρούσα Γιορτή είναι η αποκάλυψη της πραγματικής ταυτότητας του Χριστού. Όπως λέει ο άγιος Ανδρέας, μας δίνει την βαθύτερη σημασία της γιατί μας δείχνει πως «η μια χάρη (της ενσάρκωσης) μας παρουσιάζει μιαν άλλη (της οικονομίας της σωτηρίας), και τις ενώνει με τη γνώση (του Σωτήρα) φωτίζοντάς μας με την ιδιαίτερη λαμπρότητα και δόξα του προσώπου του».
«Ήδη», λέει ο άγιος πατήρ, «γιορτάσαμε το γεγονός της γέννησης του, και αντιληφθήκαμε ότι ήταν απόρρητη, και αναγνωρίσαμε ότι η παρθένος μητέρα γέννησε τον υιό της με άσπορο τρόπο. Τώρα όμως καλούμαστε να στραφούμε στον Υιό που γεννήθηκε χωρίς δισταγμό και δειλία. Η σημερινή Γιορτή μας καλεί να τον κατανοήσουμε από το ό ν ο μ ά που πήρε για χάρη μας».
Πρόκειται για το όνομα Ι η σ ο ύ ς που σημαίνει Σωτήρας, Εμμανουήλ, ο Θεός μεθ’ ημών, δηλαδή Εκείνος που ήρθε να συμφιλιώσει, να εξοικειώσει και να εξομοιώσει εμάς τους ανθρώπους με τον Θεό χαρίζοντάς μας αιώνια σωτηρία.
«Αυτό ακριβώς», λέει ο άγιος, «κατανόησαν και οι ποιμένες που πλησίασαν το νεογέννητο της Βηθλεέμ γιατί παρακινήθηκαν από τα όσα τους αποκάλυψαν οι άγγελοι. Στην αρχή φοβήθηκαν αν και τους καθησύχασε ο άγγελος λέγοντάς τους, Μη φοβάστε».[17]
Εκείνοι όμως φοβήθηκαν, γιατί με την παρουσία του αγγέλου, «δόξα Κυρίου έλαμψε γύρω τους», και, όπως γράφει ο Λουκάς, «τους κατέλαβε μεγάλος φόβος».[18] Τότε όμως ο άγγελος τους φανέρωσε την ταυτότητα του νεογέννητου βρέφους και διέλυσε τον φόβο τους. «Σας φέρνω καλά νέα μεγάλης χαράς που θα λάβει όλος ο λαός, γιατί σήμερα στην πόλη του Δαυίδ γεννήθηκε ο Σωτήρας σας, ο οποίος ονομάζεται Χριστός Κύριος».[19]
9. Η δύναμη που έχει το Όνομα Ιησούς: Την δύναμη του Ονόματος Ιησούς που πήρε ο Χριστός στην περιτομή του τονίζει ο άγιος Ανδρέας με ένα διάλογο τον οποίον κάνει με τον άγγελο του Ευαγγελίου! «Τι λες άγγελε; Έχει τέτοια δύναμη το Όνομα Ιησούς; Ναι (λέει αυτός). Διότι το Όνομα Ιησούς σημαίνει τον Σωτήρα, που είναι ο Χριστός Κύριος, Θεός και άνθρωπος, εξουσιαστής και ελεήμων.
Γι αυτό και παράγγειλα στους ποιμένες να έχουν θάρρος, και στον Ιωσήφ να του δώσει το Όνομα την Όγδοη Ημέρα, και έτσι τον έκανα να φαίνεται προσιτός σε όλους τους ανθρώπους. Πήρα από το νεογέννητο την εντολή να το παρουσιάσω με τα κατάλληλα λόγια. Ούτε και ο Ιωσήφ θα συμπαραστεκόταν άφοβα και με λαχτάρα στην μητέρα του βρέφους αν δεν του έδινα την εντολή να προσέξει σαν άνδρας την γυναίκα του. Παρόμοια έκανα και στην περίπτωση των ποιμένων.
Τους έκανα να τρέξουν σε εκείνον σαν σε Δεσπότη και Ευεργέτη και Κύριο, και τους έπεισα να τον δοξάσουν και να τον πλησιάσουν σαν τον Ιησού που υπέστη περιτομή την Όγδοη Ημέρα και ευαρεστήθηκε να λάβει τούτο τ ο Ό ν ο μ α. Έτσι λοιπόν, βλέποντάς τον να έχει συνταυτισθεί μαζί σας φυσικά και ουσιαστικά πρέπει να τολμήστε να τον πλησιάσετε ανενδοίαστα.
Και επειδή αντιλαμβανόσαστε το μέγεθος της συγκατάβασής του προς εσάς, οφείλετε να τον δοξολογήσετε για την χάρη αυτής της ημέρας. Είναι σημαντικό ότι στον διάλογο αυτό το Όνομα Ιησούς συνδέεται με την Όγδοη Ημέρα της οποίας την βαθύτερη σωτηριολογική σημασία εξηγεί συνοπτικά αλλά περιεκτικά ο άγιος πατήρ στην τελευταία και πάρα πολύ πυκνή νοηματικά παράγραφο του.
10. Η Όγδοη Ημέρα δηλώνει μετάβαση από την βρεφική ηλικία στην προσωπική τελειότητα, διότι την ημέρα αυτή, σύμφωνα με τις ιουδαϊκές θρησκευτικές προδιαγραφές, το βρέφος γίνεται παιδί, ενηλικιώνεται, αποκτά συγκεκριμένο πρόσωπο.
Ο άγιος πατήρ διαχωρίζει τις 7 πρώτες ημέρες από τη γέννηση ενός βρέφους από την 8η, λέγοντας ότι «η ογδοάδα είναι συμπλήρωση της εβδομάδας και αρχή του μέλλοντος». Γιατί; Διότι σύμφωνα με το ιουδαϊκό θρησκευτικό πλαίσιο η όγδοη μέρα αποτελεί σπουδαίο ορόσημο για κάθε νεογέννητη ανθρώπινη ύπαρξη εφόσον συμπληρώνει την βρεφική ηλικία ωριμότητας που οδηγεί στην ολοκλήρωση της (τελειότητα).
Λέει το εξής: «Η εβδομάδα συμπληρώνει το βρέφος και η ογδοάδα το τελειοποιεί και το συμπεριλαμβάνει μεταξύ των τελείων». Και πως γίνεται αυτό; «Γίνεται», όπως λέει ο άγιος πατήρ, «μέσω του ο ν ό μ α τ ο ς που του δίνεται την όγδοη μέρα».
Η ονοματοδοσία, δηλαδή, προσφέρει στο βρέφος μια συγκεκριμένη προσωπική ταυτότητα, το κάνει από ανώνυμο νήπιο, επώνυμο άνθρωπο. Του αναγνωρίζει με λειτουργική ιεροπρέπεια το φυσικό δικαίωμα του να είναι μια συγκεκριμένη ονομαστική (προσωπική) οντότητα, ένας ολοκληρωμένος, τέλειος, δηλ. τέλεια σχηματισμένος άνθρωπος ανάμεσα σε άλλους συγκεκριμένους ανθρώπους. Κατά την διατύπωση του αγίου Ανδρέα, «Η ογδοάδα είναι η αρχή της ενηλικίωσης, γιατί το βρέφος που καταρτίστηκε κατά τον εβδομαδιαίο χρόνο (της δημιουργίας του), εγγράφεται (με το δικό του προσωπικό όνομα) στον κατάλογο των παιδιών που θα παρακολουθήσουν μαθήματα» και θα μορφωθούν σαν μια ιδιαίτερη προσωπικότητα.
«Η ογδοάδα, λοιπόν, είναι πάρα πολύ σημαντική γιατί αλλάζει όλα όσα είναι νηπιώδη. Η εβδομάδα εισάγει την (φυσική) νηπιώδη αύξηση. Η ογδοάδα, όμως, εισάγει την προοπτική της (προσωπικής) τελειότητας». Είναι σαφές ότι η τελειότητα αναφέρεται εδώ στην προσωπική ταυτότητα την οποία αποκτά κάθε βρέφος που ονοματίζεται. Γιατί όμως γίνεται αυτό με την περιτομή, την όγδοη ημέρα;
11. Η περιτομή της όγδοης ημέρας δηλώνει μετάβαση από την σαρκική στην πνευματική κατάσταση. Η τελετουργική (μυστηριακή) περιτομή (αποκοπή) ενός σωματικού μορίου συνεπάγεται την απόρριψη μιας σαρκικής κατάστασης στην οποία εισέρχεται ο άνθρωπος με την γέννησή του, ενώ η αντικατάστασή της από την ονοματοδοσία συνεπιφέρει την είσοδο του ανθρώπου σε μια άλλη πνευματική κατάσταση η οποία τον οδηγεί στην τελείωσή του. Ο άγιος Ανδρέας αναφέρει τον Αβραάμ και τον πατέρα του τον Θάρα για να διευκρινίσει τις δύο αυτές καταστάσεις.
Ο Θάρα αντιπροσωπεύει την σαρκική κατάσταση της ειδωλολατρίας που θεωρεί τον υλικό σαρκικό κόσμο μέσα στον οποίο γεννιέται ο άνθρωπος ως το κύριο σημείο αναφοράς για τη ζωή του, γι αυτό και τον κάνει θεό του. Η άλλη είναι η πνευματική κατάσταση που θεωρεί τον Κτίστη του κόσμου ως το κύριο και καίριο σημείο αναφοράς για την ζωή του ανθρώπου που καθιστά τον άνθρωπο μέλος του λαού του Θεού και τον προετοιμάζει για την τελική ολοκλήρωση και τελείωσή του.
Λέει λοιπόν ο άγιος πατήρ: «Επειδή επρόκειτο η φύση να ζυμωθεί με είδωλα από τον Θάρα τον πατέρα του Αβραάμ, έπρεπε να ξεχωριστεί με κάποια σφραγίδα ένας λαός από τον Αβραάμ για τον Κτίστη, μέχρι την παρουσία του, την οποία χρειαζόταν ο άνθρωπος για να ανακαινισθεί. Η περιτομή αποβάλλει ένα υπόλειμμα της σάρκας και δίνει την σφραγίδα της ογδοάδας που αναφέρεται στα μέλλοντα.»
12. Η αντικατάσταση της ογδοήμερης περιτομής με το ιερό βάπτισμα και την αιώνια ζωή που χάρισε στον άνθρωπο η οκταήμερη ανάσταση του Χριστού. Είναι ξεκάθαρο ότι η ογδοάδα και τα μέλλοντα αναφέρονται στην έλευση (ενσάρκωση) του Κτίστη που σηματοδοτεί και την τελική φάση της αποκατάστασης και σωτηρίας του ανθρώπου σύμφωνα με το θέλημα του, δηλ. τον ερχομό του Χριστού. Όπως λέει ο άγιος πατήρ, «Η περιτομή δηλώνει ότι η Παρουσία του Χριστού θα παραγκωνίσει και θα αντικαταστήσει την περιτομή της σαρκός με την αναγέννηση που χορηγείται υπό του Αγίου Πνεύματος (δια του Βαπτίσματος).
Η σφραγίδα της περιτομής δόθηκε για να προσδιορίσει ένα λαό του Θεού (τον Ισραηλιτικό) εξ αιτίας της ειδωλολατρίας και για την κατάλυση των ειδώλων. Μετά όμως από την κατάργηση των ειδώλων καταργείται και η περιτομή».
Αυτό ακριβώς έκανε ο Χριστός, όπως εξηγεί περαιτέρω ο άγιος πατήρ: μας χάρισε την όγδοη ημέρα (της αναστάσεως) και την αιώνια διαθήκη (νομοθεσία) του Θεού στον άνθρωπο αντικαθιστώντας τις προηγούμενες 7 διαθήκες του οι οποίες ήσαν προπαρασκευαστικά σύμβολα. Όπως το λέει ρητά, «Τα παλαιά ήσαν σύμβολα των νέων». Και ποια είναι αυτά «τα παλαιά»; Είναι 7 νομοθεσίες (δηλ. διαθήκες) που συνδέονται με τους εξής νομοθέτες: 1) τον Αδάμ, 2) τον Νώε, 3) τον Αβραάμ, 4) τον Μωυσή, 5) τον Δαυίδ, 6) τον Έσδρα, και 7) τον Ιωάννη τον Βαπτιστή.
«Ο Χριστός είναι ο όγδοος νομοθέτης μετά τον Αδάμ» που σηματοδοτεί την τελευταία μετάθεση του ανθρώπου από τις κατά καιρούς νομοθεσίες στην τελευταία και τέλεια που οδηγεί στην τελείωση του ανθρώπου στην απόλαυση της αιώνιας ζωής. Ιδού τα λόγια του αγίου πατρός: «Ο Αδάμ ήταν πρώτος που δέχτηκε ένα νόμο. Ο Νώε ήταν ο δεύτερος, και ο Αβραάμ ο τρίτος. Ο Μωυσής ήταν τέταρτος, και ο Δαυίδ πέμπτος γιατί έγινε νομοθέτης στις δοξολογίες για τους βασιλείς και τις σκηνοπηγίες.
Ο Έσδρας ήταν έκτος γιατί δευτέρωσε τον νόμο και παράδωσε ορισμένα έθιμα. Έπειτα φανερώθηκε ο Ιωάννης ο Βαπτιστής ως έβδομος, γιατί κήρυξε το βάπτισμα της μετάνοιας στον λαό και την κάθαρση των αμαρτιών μέσω του ύδατος.
Ο Ιησούς Χριστός είναι ο όγδοος, τελευταίος και μέγιστος νομοθέτης, όπως λέει ο Μωυσής: «Κύριος ο Θεός θα αναστήσει ανάμεσά σας ένα Προφήτη από τους αδελφούς σας σαν εμένα, και σ’ Αυτόν θα υπακούσετε, γιατί όποια ψυχή δεν υπακούσει σ’ εκείνον τον Προφήτη θα εξολοθρευτεί».[20]
«Μόνον αυτός είναι δυνατός να εκπληρώσει όσα νομοθετήθηκαν μέσω εμού γιατί προήλθαν από αυτόν, και αυτός θα είναι πλήρως χρισμένος με το Άγιο Πνεύμα και θα νομοθετήσει όσα είναι θεία και πνευματικά (νοερά) σαν Κύριος και Δημιουργός αν και προέρχεται από εσάς (κατά σάρκα)».
Ο Χριστός σαν Θεός και άνθρωπος έχει «σαββατίσει» (εκπληρώσει και καταργήσει) όλα όσα λέει ο αρχαίος νόμος με την σάρκα του. Με την όγδοη ημέρα της Αναστάσεώς του έγινε νομοθέτης όλου του κόσμου, όχι μόνον των Ιουδαίων αλλά και όλων των εθνών, προσφέρει σε όλους χωρίς διάκριση το χρίσμα και την τελείωση του Άγίου Πνεύματος και τους αποκαλεί με το δικό του όνομα, χριστούς (χριστιανούς). Αντικατάστησε την σαρκική περιτομή με την απόρριψη όλων των σαρκικών και εμπαθών φρονημάτων, και την αναζωπύρωση κάθε έργου αγαθού και πράξης αγαθής που οδηγούν στην αιώνια βασιλεία των ουρανών.
Αυτός είναι αληθινά «ο Άγγελος της Μεγάλης Βουλής του Πατρός, Θεός ισχυρός, Εξουσιαστής, Άρχων της ειρήνης, Πατήρ του μέλλοντος αιώνος» τον οποίον δοξολογούμε και λατρεύουμε στην Δεσποτική Γιορτή της Περιτομής του Χριστού.[21]
Απολυτίκιον Της Περιτομής του Χριστού (1 Ιανουαρίου)
(’Ηχος Α’)
Μορφήν αναλλοίωτος ανθρώπινην προσέλαβες, Θεός ων κατ’ ουσίαν, πολυεύσπλαχνε Κύριε, και νόμον εκπληρών, περιτομήν θελήσει καταδέχει σαρκικήν, ίνα παύσης τα σκιώδη και περιέλθης το κάλυμμα των παθών ημών. Δόξα τη αγαθότητι τη ση δόξα την ευσπλαχνία σου, δόξα τη ανεκφράστω Λόγε συγκαταβάσει σου. [1] Σύμφωνα με τον αείμνηστο λειτουργιολόγο καθηγητή Ιωάννη Φουντούλη η Γιορτή των Χριστουγέννων εισήχθηκε πρώτα στη Ρώμη το 330 και έπειτα στην Ανατολή το 376. Ο ιερός Χρυσόστομος στον «Λόγον του είς την γενέθλιον ημέραν του Σωτήρος» της 25ης Δεκεμβρίου του 386, αναφέρει ότι μόλις 10 χρόνια πριν είχε εισαχθεί η Γιορτή αυτή στο εορτολόγιο της Εκκλησίας.
[2] Λουκ. 2: 15-21
[3] Ρωμ. 2:16, 16:25, Α Κορ. 15:1, Γαλ. 1:11, Β Τιμ. 2:8., κτ.λ.
[4] πρβλ. Λουκ. 1:26-38.
[5] Λουκ. 1:57-80.
[6] Λουκ. 2:1συν
[7] Λουκ. 2:7,12,16.
[8] Λουκ. 2:8-18.
[9] Λουκ. 2:13
[10] Λουκ. 1:79
[11] Λουκ. 2:25-36, 37-38
[12] Πρβλ. «του Θεού», Λουκ. 3:38 αλλά και την γενεαλογία του Χριστού στο 3:23-38.
[13] Λουκ. 2:21
[14] Λουκ. 1:31-32
[15] Ματθ. 1:18-22
[16] Ησ. 7:14, Ματθ. 1:22-23
[17] Λουκ 2:10
[18] Λουκ. 2:9
[19] Λουκ. 2:11
[20] Δευτ. 18:15,19
[21] Ησ. 9:6
Άγιος Βασίλειος «Παιδαγωγός της νεότητας»
Ο Μέγας ανάμεσα στους Αγίους, Βασίλειος, γεννήθηκε περί το 329 μ.Χ. από πλούσιους και ευγενείς, ευσεβείς και Ορθόδοξους γονείς. Ο πατέρας του ήταν καθηγητής ρητορικής, ονομαζόταν επίσης Βασίλειος και καταγόταν από τον Πόντο.
Η μητέρα του, Εμμελεία απόγονος οικογένειας Ρωμαίων αξιωματούχων, καταγόταν από την Καππαδοκία.
Στην οικογένεια εκτός από τον Βασίλειο υπήρχαν άλλα οκτώ παιδιά.
Μεταξύ αυτών
ο Γρηγόριος, που έγινε Επίσκοπος Νύσσης (Άγιος Γρηγόριος Νύσσης),
ο Ναυκράτιος που έγινε ασκητής και θαυματουργός Άγιος,
ο Πέτρος που έγινε Αρχιεπίσκοπος Σεβαστείας και
η Μακρίνα (Οσία Μακρίνα), που η Εκκλησία μας τιμά στις 19 Ιουλίου.
Τα πρώτα γράμματα του τα δίδαξε ο πατέρας του. Ζήτησε να σπουδάσει και την αρχαία ελληνική παιδεία, όταν μεγάλωσε.
Έτσι ο Άγιος πήγε στο Βυζάντιο (Κωνσταντινούπολη), γιατί εκεί ήταν τότε πολλοί σοφοί. Αναζητώντας κάτι περισσότερο ο Βασίλειος, έφτασε στην Αθήνα, όπου βρίσκονταν οι κορυφαίοι σοφοί.
Σπούδασε γεωμετρία, αστρονομία, φιλοσοφία, ιατρική, ρητορική και γραμματική.
Οι σπουδές του διήρκησαν τεσσεράμισι χρόνια. Η ασκητική του ζωή ξεκίνησε ήδη από τα χρόνια όπου φοιτούσε στην Αθήνα.
Ο σοφός δάσκαλός του Εύβουλος εντυπωσιασμένος από την αυστηρή νηστεία του Αγίου, και μετά την παραίνεσή του, λέγεται ότι έγινε χριστιανός.
Συμφοιτητές του ήταν και δύο νέοι που έμελλε να διαδραματίσουν σπουδαίο ρόλο στην ιστορία. Ο ένας, φωτεινός ο Άγιος και Μέγας Πατέρας της Εκκλησίας ο Θεολόγος Γρηγόριος και ο άλλος μελανός στον αντίποδα, προδότης του Ιησού, ειδωλολάτρης και διώκτης των Χριστιανών, ο Ιουλιανός ο Παραβάτης.
Κατά τη διάρκεια αυτών των ετών, ο Άγιος Βασίλειος και ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος ανέπτυξαν μεγάλη και ισχυρή φιλία. Ταυτόχρονα με τις σπουδές τους είχαν ιεραποστολική δράση. Διοργάνωναν χριστιανικές συγκεντρώσεις, στις οποίες ανέλυαν θρησκευτικά ζητήματα. Ίδρυσαν επίσης και τον πρώτο φοιτητικό χριστιανικό σύλλογο.
Επέστρεψε στην Καισαρεία το καλοκαίρι του 356 μ.Χ. και συνεχίζοντας την παράδοση του πατέρα του έγινε καθηγητής της ρητορικής.
Το 358 μ.Χ. επηρεασμένος από τον θάνατο του αδερφού του μοναχού Ναυκρατίου, καθώς και με την παρότρυνση της αδερφής του Μακρίνας, βαπτίζεται Χριστιανός, και αποφασίζει να αφιερώσει τον εαυτό του στην ασκητική πολιτεία. Αποσύρθηκε λοιπόν σε ένα κτήμα της οικογένειάς του στον Πόντο.
Χαρακτηριστικό της μεγαλοψυχίας του είναι ότι μετά την βάπτισή του δώρισε στους φτωχούς και στην εκκλησία το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του. Το φθινόπωρο του ίδιου έτους ξεκινά ένα οδοιπορικό σε γνωστά κέντρα ασκητισμού της Ανατολής, Αίγυπτο, Παλαιστίνη, Συρία και Μεσοποταμία, επιθυμώντας να συναντήσει πολλούς ασκητές και μοναχούς για να γνωρίσει τον τρόπο ζωής τους.
Όταν γύρισε στον Πόντο από το ταξίδι αυτό, μοίρασε και την υπόλοιπη περιουσία του και αποσύρθηκε στο κτήμα του επιθυμώντας να ζήσει πλέον ως μοναχός. Εκεί έγραψε τους: «Κανονισμούς δια τον Μοναχικόν βίον», κανόνες που ρυθμίζουν την ζωή στα μοναστήρια μέχρι τις μέρες μας. Με την υψηλή του κατάρτιση στην Ορθόδοξη Πίστη και τον ασκητικό, θαυμαστό του βίο, η φήμη του Αγίου Βασιλείου εξαπλώθηκε με τον καιρό σε όλη την Καππαδοκία.
Έτσι και ο Μητροπολίτης της Καισαρείας Ευσέβιος, πραγματοποιώντας Θεία Βούληση, αλλά και αυτή των χριστιανών της περιοχής, χειροτόνησε το 364 μ.Χ. τον Άγιο Βασίλειο πρεσβύτερο.
Το 370 μ.Χ., μετά τον θάνατο του Ευσεβίου και σε ηλικία 41 ετών, τον διαδέχθηκε ο Άγιος Βασίλειος στην επισκοπική έδρα, με τη συνδρομή του Ευσεβίου επισκόπου Σαμοσάτων και του Γρηγορίου επισκόπου Ναζιανζού.
Επίσκοπος πλέον, ο Άγιος Βασίλειος αντιμετώπισε την προσπάθεια του Αυτοκράτορα Ουάλη να επιβάλει τον Ομοιανισμό (ρεύμα του Αρειανισμού), επικοινωνώντας μέσω επιστολών με τον Μέγα Αθανάσιο, Πατριάρχη Αλεξανδρείας και τον Πάπα Ρώμης Δάμασο. Στον τόπο του, στην περιφέρεια της δικής του ποιμαντικής ευθύνης, είχε να αντιμετωπίσει την έντονη παρουσία του αρειανικού στοιχείου και άλλων κακοδοξιών.
Από τις επιστολές του φαίνονται οι προσπάθειες που κατέβαλε για την καταπολέμηση της σιμωνίας των επισκόπων, για την ανάδειξη άξιων κληρικών στο ιερατείο, καθώς και για την πιστή εφαρμογή των ιερών κανόνων από όλους τους πιστούς και φανερώνεται επίσης η ποιμαντική φροντίδα στα αποκομμένα και περιθωριοποιημένα μέλη της Εκκλησίας.
Στην οικουμενική Εκκλησία ο Μέγας Βασίλειος ουσιαστικά αναλαμβάνει τα πνευματικά ηνία από τον Μέγα Αθανάσιο, ο οποίος γηραιός πλέον, αποσύρεται από την ενεργό δράση. Εργάζεται συνεχώς για την επικράτηση των ορθόδοξων χριστιανικών αρχών και υπερασπίζεται με σθένος το δογματικό προσανατολισμό της Οικουμενικής Συνόδου της Νίκαιας.
Σε μεγάλες επιδημίες που ταλαιπωρούσαν τον λαό, ήταν παρών και βοηθούσε σωματικά και ψυχικά διδάσκοντας την πίστη του Χριστού.
Συμπλήρωσε με ευχές τη Θεία Λειτουργία που ακούμε αυτές τις ημέρες στην εκκλησία και φέρει το όνομά του (Λειτουργία Αγίου Βασιλείου). Έγραψε επίσης πολλά βιβλία και εκφώνησε θαυμάσιους λόγους.
Το πιο σπουδαίο του έργο όμως ήταν η οργάνωση της ελεημοσύνης και
φιλανθρωπίας στην επαρχία του. Ο Άγιος Βασίλειος, βοηθούσε πάντοτε τους αδικημένους και κουρασμένους, τους πεινασμένους και τους αρρώστους, ανεξάρτητα από το γένος, τη φυλή και το θρήσκευμα. Έφτιαξε κοντά στην Καισάρεια ένα ίδρυμα που λειτουργούσε ως νοσοκομείο, ορφανοτροφείο, γηροκομείο και ξενώνας για την φροντίδα και ιατρική περίθαλψη των φτωχών, αρρώστων και ξένων.
Τις υπηρεσίες του τις πρόσφερε το ίδρυμα δωρεάν σε όποιον τις είχε ανάγκη.
Το προσωπικό του ιδρύματος αυτού ήταν εθελοντές που προσφέρανε την εργασία για το καλό του κοινωνικού συνόλου.
Η πόλη αυτή ονομάσθηκε Βασιλειάδα. Η Καισάρεια είχε γίνει μια μεγάλη οικογένεια με πατέρα τον Άγιο Βασίλειο, τον αγαπημένο τους επίσκοπο.
Ο Άγιος Βασίλειος ο Μέγας παραδίδει το πνεύμα στο Θεό
τον Δεκέμβριο του 378 μ.Χ. σε ηλικία 49 ετών και κηδεύτηκε την 1η Ιανουαρίου του 379 μ.Χ.
Η μνήμη του τιμάται από την Ορθόδοξη Καθολική Εκκλησία την 1η Ιανουαρίου.
Από το 1081 μ.Χ. ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως – Νέας Ρώμης Ιωάννης Μαυρόπους θέσπισε ένα κοινό εορτασμό των Τριών Ιεραρχών, Βασιλείου του Μεγάλου, Ιωάννη του Χρυσοστόμου και Γρηγορίου του Θεολόγου, στις 30 Ιανουαρίου, ως προστατών των γραμμάτων και της παιδείας.
Η Θεία Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου τελείται 10 φορές τον χρόνο:
την 1η Ιανουαρίου (όπου γιορτάζεται και η μνήμη του)
τις πρώτες πέντε Κυριακές της Μ. Τεσσαρακοστής
τις παραμονές των Χριστουγέννων και των Θεοφανείων
τη Μ. Πέμπτη και το Μ. Σάββατο.
Κλείνοντας τον θαυμαστό βίο του Αγίου Βασιλείου συμπεραίνουμε ότι ο Ορθόδοξος Άγιος Βασίλειος απέχει πάρα πολύ από τον σύγχρονο εμπορευματοποιημένο Άη – Βασίλη, τον οποίο οι σύγχρονες υπερκαταναλωτικές κοινωνίες προωθούν, έχοντας ως αυτοσκοπό την επιδίωξη του κέρδους και τη δημιουργία ενός ψεύτικου υλικού ευδαιμονισμού. Τα θύματα της τάσης αυτής είναι κυρίως τα παιδιά, τα οποία δεν έχουν αναπτύξει ακόμα την κριτική σκέψη τους και δεν χαρακτηρίζονται από ερευνητική διάθεση. Όντας αθώα και αγνά υιοθετούν την αξία του δυτικού προτύπου του Άη-Βασίλη, η οποία τους υπόσχεται έναν κόσμο γεμάτο δώρα και υλικές απολαύσεις, και αγνοούν εντελώς το νόημα και τον ρόλο του Ορθόδοξου Χριστιανικού Αγίου Βασιλείου, του Αγίου που επιδόθηκε με ιδιαίτερο ζήλο στη φιλανθρωπία, τον αλτρουισμό και την αλληλεγγύη, στη συμπαράσταση των φτωχών και πονεμένων ανθρώπων.
Ας βάλουμε τα φετινά Χριστούγεννα όλοι μας ένα μικρό λιθαράκι και ας προσπαθήσουμε να ανατρέψουμε τη λανθασμένη αυτή αντίληψη που δημιουργείται στα παιδιά για τον μεγάλο αυτό Άγιο της Χριστιανοσύνης μας. Είναι χρέος μας να δημιουργήσουμε στα παιδιά το σωστό πρότυπο και κυρίως να μιμηθούμε τη φιλάνθρωπη και αλτρουιστική δράση του Αγίου Βασιλείου στον βαθμό που ο καθένας μας μπορεί. Ο πραγματικός Άγιος Βασίλειος φέρνει ευλογία, όχι παιχνίδια. Δεν είναι Άγιος του εμπορίου, αλλά του παραδείσου! Αν κατανοήσουμε αυτό όλοι μας, τότε μόνο το αληθινό νόημα των Χριστουγέννων θα γίνει πράξη περισσότερο από κάθε άλλη φορά…
Συγγραφή: Μαριλένα Κοντογιώργη (φιλόλογος)
Επιμέλεια: Ρένος Κωνσταντίνου (θεολόγος)
Η Περιτομή του Ιησού Χριστού και η μνήμη του Μεγάλου Βασιλείου
ΑΡΘΡΑ (ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ)
Τα Θεοφάνεια (Πρωτ. Γεωργίου Δράγα)
Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Διον. Δράγα, δθ, δφ, δθ
1. Τα Θεοφάνεια και τα Χριστούγεννα: Τα Θεοφάνεια είναι μια από τις μεγάλες Δεσποτικές γιορτές του εκκλησιαστικού έτους. Ονομάζεται και Επιφάνεια, και ημέρα των Φώτων, και γιορτάζεται στις 6 Ιανουαρίου. Τα ονόματα αυτά σηματοδοτούν την αντίληψη της αρχαίας Ανατολικής Εκκλησίας για την γιορτή αυτή που συνδέεται με την αποκάλυψη του Θεού, δηλαδή την φανέρωση του ενός Τριαδικού Θεού στην ενανθρώπηση του Υιού του Θεού και Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Κατά συνέπεια τα Θεοφάνεια περιείχαν την γέννηση του Χριστού με τα συναφή γεγονότα (π.χ. την προσκύνηση των μάγων), αλλά και την αρχή της δημόσιας φανέρωσης της ένσαρκης οικονομίας του Υιού του Θεού που συνδέεται με την βάπτισή του Χριστού στον Ιορδάνη από τον Ιωάννη τον Βαπτιστή.
Στον 4ο αιώνα μ.Χ. τα Χριστούγεννα χωρίστηκαν από τα Θεοφάνεια και αποτέλεσαν ιδιαίτερη Δεσποτική γιορτή, που γιορτάζεται στις 25 Δεκεμβρίου. Αυτός ο διαχωρισμός είχε προηγηθεί στην Δυτική Εκκλησία, η οποία ήταν τότε ενωμένη με την Ανατολική. Από τότε τα Θεοφάνεια συνδέθηκαν ιδιαίτερα με την Βάπτιση του Χριστού που αποτέλεσε την έναρξη της δημόσιας διακονίας του με την οποία αναδείχτηκε ο Σωτήρας και Λυτρωτής του κόσμου. Γιατί όμως βαπτίστηκε ο Χριστός; Η βάπτιση του Χριστού έγινε η αφετηρία της οικονομίας της σωτηρίας που ανέλαβε σαν άνθρωπος να εκπληρώσει εκ μέρους μας. Έγινε επίσης το θεμέλιο της δικής μας αφετηρίας γιατί συνδέεται άμεσα με το μυστήριο της βάπτισής μας με την οποία ξαναγεννιόμαστε εμείς οι άνθρωποι και εισερχόμαστε στην νέα εν Χριστώ ζωή. Πως εξηγείται αυτό και ποια είναι η βαθύτερη σημασία του;
2. Η Βάπτιση του Χριστού και το Μυστήριο του Βαπτίσματος.
α) Η μαρτυρία του Ευαγγελιστή Ιωάννη. Στο κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο έχουμε τις πρώτες σαφείς νύξεις για την σχέση της Βάπτισης του Χριστού και του μυστηρίου του βαπτίσματος: Ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος μιλάει για το βάπτισμα του ύδατος το οποίο εκείνος υπηρετούσε σύμφωνα με την θεία εντολή, και εξηγεί ότι ο ερχόμενος Χριστός θα το μετέτρεπε σε βάπτισμα Πνεύματος με το οποίο θα εισέρχονταν οι άνθρωποι στην βασιλεία του Θεού: «Ο Ιωάννης μαρτύρησε και είπε ότι είδε το Πνεύμα να κατεβαίνει σαν Περιστερά από τον ουρανό και να μένει επάνω του [στον Χριστό]. Είπε επίσης ότι δεν τον γνώριζε [μέχρι τότε τον Χριστό], αλλά Εκείνος που τον απέστειλε [να βαπτίζει] του είπε, ότι σε όποιον δεις το Πνεύμα να κατεβαίνει και να μένει επάνω του, αυτός θα είναι Εκείνος που θα βαπτίσει με Πνεύμα Άγιο. Είπε ακόμη ότι το είδε αυτό και το μαρτύρησε, ότι δηλαδή αυτός είναι [ο Χριστός] ο Υιός του Θεού » (1:32-34). Αυτό ακριβώς διαβεβαίωσε και ο ίδιος ο Κύριος όταν είπε στον Νικόδημο, «Αμήν, αμήν σου λέγω, εάν κάποιος δεν γεννηθεί εξ ύδατος και πνεύματος δεν είναι δυνατόν να εισέλθει εις την βασιλεία του Θεού» (3:5). Αυτά τα λόγια του Κυρίου είναι τα ιδρυτικά λόγια του μυστηρίου του βαπτίσματος δια του οποίου εμείς οι άνθρωποι γινόμαστε χριστιανοί. Η κάθοδος λοιπόν του Αγίου Πνεύματος στην βάπτιση του Χριστού φανέρωσε το μυστήριο του βαπτίσματος το οποίο επιτελεί ο Χριστός με το άγιο Πνεύμα. Είναι το βάπτισμα το οποίο παρέδωσε ο Χριστός στους μαθητές του σαν βασικό στοιχείο της αποστολικής διακονίας τους στον κόσμο.
β) Η μαρτυρίες των Ευαγγελιστών Ματθαίου και του Μάρκου. Στους δύο συνοπτικούς Ευαγγελιστές, τον Ματθαίο και τον Μάρκο, τονίζεται η αναγκαιότητα του μυστηρίου του βαπτίσματος σαν μέσο συμμετοχής των ανθρώπων στην σωτηρία που προσφέρει ο Χριστός. Αυτό φαίνεται στην εντολή του Αναστημένου Κυρίου στους μαθητές του να κηρύξουν το Ευαγγέλιο και να βαπτίσουν τους ανθρώπους σε όλο τον κόσμο. Τούς ζήτησε, δηλαδή, να εισαγάγουν τους ανθρώπους στην νέα σωτήρια σχέση τους με τον ένα και αληθινό Τριαδικό Θεό που αποκαλύφτηκε περίτρανα στη βάπτισή του στον Ιορδάνη, τον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα. «Πορευθείτε λοιπόν, μαθητεύσατε όλα τα έθνη, βαπτίζοντάς τους στο Όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, διδάσκοντάς τους να τηρούν όλα όσα σας παράγγειλα» (28:18-20). Το ίδιο ακριβώς αναφέρει και ο Μάρκος με συντομότερο τρόπο. «Πορευθείτε σε όλον τον κόσμο και κηρύξτε το Ευαγγέλιο σε ολόκληρη την κτίση. Όποιος [σας] πιστέψει και βαπτιστεί θα σωθεί» (16:15-16).
Είναι σαφές λοιπόν, ότι το μυστήριο του βαπτίσματος που ίδρυσε ο Χριστός μεταμορφώνοντας ή συμπληρώνοντας το βάπτισμα του Ιωάννη του βαπτιστή είναι η αφετηρία της επανασύνδεσής μας με τον δημιουργό μας που είναι και ο αρχηγός και τελειωτής της σωτηρίας μας. Για να αντιληφθούμε το βαθύτερο νόημα αυτής της σωτηρίας πρέπει να προσέξουμε στις λεπτομέρειες που μας παρέχουν οι Ευαγγελικές αφηγήσεις για τη Βάπτιση του Κυρίου στον Ιορδάνη.
3. Η βαθύτερη σημασία της Βάπτισης του Χριστού και του Μυστηρίου του Βαπτίσματος.
α) Η επιστροφή του ανθρώπου στον αληθινό Θεό. Το βάπτισμα του Προδρόμου ήταν «βάπτισμα μετανοίας,» που υποδήλωνε την επιστροφή του ανθρώπου στον Θεό και την υπακοή του στο θείο θέλημα. Ήταν αναγκαίο εν όψει της ελεύσεως του Μεσσία και της βασιλείας του Θεού την οποία θα έφερνε Εκείνος στον κόσμο. Ήταν ένα είδος προπαρασκευής και προετοιμασίας που απέβλεπε στην μεσολάβηση του Θεού μέσω του Μεσσία, δηλαδή στην δικαίωση των ανθρώπων και στην δωρεά του Αγίου Πνεύματος. Αυτό φαίνεται ξεκάθαρα στα λόγια του Χριστού προς τον Βαπτιστή Ιωάννη, «Έτσι είναι πρέπον», για να εκπληρωθεί σε μας πλήρης δικαίωση» (Ματθ. 3:15). Έτσι όταν ο Χριστός προσήλθε στο βάπτισμα του Ιωάννη σαν άνθρωπος αποδέχτηκε το θείο θέλημα εκ μέρους ολόκληρης της ανθρωπότητας. Και τότε η μαρτυρία του ουράνιου Πατέρα που τον αναγνώρισε σαν τον Υιό του τον αγαπητό και η κάθοδος του Αγίου Πνεύματος σωματικά «εν είδη περιστεράς» σήμανε την αποδοχή του Χριστού από τον Πατέρα ως τον Μεσσία που θα φέρει την βασιλεία του Θεού στους ανθρώπους. Την βασιλεία αυτή την αντιπροσώπευε κυρίως και πρωτίστως ή κοινωνία του Αγίου Πνεύματος, όπως είχε προφητέψει ο Ησαΐας: «Ο Ιακώβ είναι ο υιός μου, εγώ θα τον αναλάβω. Ο Ισραήλ είναι ο εκλεκτός μου, τον οποίο αποδέχτηκε η ψυχή μου, και στον οποίον έδωσα το Πνεύμα μου, για να κάνει κρίση ανάμεσα στα έθνη» (42:1).
β) Η ανθρωπότητα του Χριστού η βάση της σωτηρίας του ανθρώπου. Τόσον η αποδοχή του Χριστού ως Μεσσία όσον και η κάθοδος του Αγίου Πνεύματος επάνω του αναφέρονται στην ανθρωπότητά του, την οποία ανέλαβε για χάρη μας και την κατέστησε την βάση της σωτηρίας μας. Όπως το διαλαλεί η εκκλησιαστική υμνωδία,
«΄Εχοντας φορέσει την μορφή του δούλου, προσήλθες να βαπτισθείς Χριστέ από δούλο στα ύδατα του Ιορδάνη, για να λυτρώσεις από την δουλεία της αρχαίας αμαρτίας και να αγιάσεις και να φωτίσεις εμάς τους ανθρώπους» (Εσπερινός παραμονής Θεοφανίων). «Λύτρωση έρχεται ο Χριστός να δώσει με τη βάπτιση σε όλους τους πιστούς. Γιατί με αυτήν καθαρίζει τον Αδάμ, υψώνει τον πεσμένο, ντροπιάζει τον τύραννο που προκάλεσε την πτώση, ανοίγει τους ουρανούς, κατεβάζει το θείο Πνεύμα, και χαρίζει την αφθαρσία και την μέθεξη» (Ωδή 8η).
«Σήμερα στα ρείθρα του Ιορδάνη ήρθε ο Κύριος, και λέει στον Ιωάννη: Μη δειλιάσεις να με βαπτίσεις, γιατί ήρθα να σώσω τον Αδάμ τον πρωτόπλαστο» (Οίκος).
«Ως άνθρωπος ήρθες Χριστέ Βασιλεύ στον ποταμό, και δουλικό βάπτισμα σπεύδεις να λάβεις από τα χέρια του Προδρόμου, για τις δικές μας αμαρτίες, φιλάνθρωπε!» (Σοφρωνίου Ιεροσολύμων).
γ) Η αποκάλυψη του εν Τριάδι Θεού και η κοινωνία του με το άνθρωπο. Στην τελευταία όμως ανάλυση, τα όσα έγιναν στον Ιορδάνη αναφέρονται στην θεότητά του Χριστού, και ιδιαίτερα στην αιώνια υιϊκή υπόστασή του, η οποία αποκαλύπτει το μυστήριο του Τριαδικού Θεού. Ο Χριστός είναι ο αιώνιος Υιός του Πατρός που έγινε και Υιός ανθρώπου για να ξαναφέρει τον άνθρωπο στην βασιλεία του Τριαδικού Θεού. Γι αυτόν τον λόγο και το μυστήριο του Βαπτίσματος που μας χαρίζει την αναγέννηση και μας εισάγει στην εν Χριστώ ζωή γίνεται εις το όνομα της Αγίας Τριάδος, του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Τα Θεοφάνεια, συνεπώς, αναφέρονται όχι μόνο στην επιστροφή του ανθρώπου στον αληθινό Θεό, τον Δημιουργό και Σωτήρα του μέσω του Χριστού, αλλά και στην αποκάλυψη του μυστηρίου του Θεού, δηλαδή στην αλήθεια ότι ο Θεός είναι Ένας και Τριαδικός και ως τοιούτος πρέπει να προσκυνείται. Όπως το διαλαλεί και η εκκλησιαστική υμνωδία:
«Όταν βαπτίστηκες στον Ιορδάνη, Κύριε, τότε φανερώθηκε η προσκύνηση της Αγίας Τριάδας. Γιατί τότε η φωνή του Γεννήτορα έδωσε την σαφή μαρτυρία ονομάζοντάς σε Υιό του αγαπητό. Αλλά και το Πνεύμα με μορφή Περιστεράς βεβαίωσε του λόγου το ασφαλές. Σε δοξάζουμε στα Επιφάνειά Σου, Χριστέ σαν το Θεό που φωτίζεις τον κόσμο» (Απολυτίκιο Θεοφανείων). «Φανερώθηκες σήμερα στην οικουμένη, και το φως Σου Κύριε σημειώθηκε επάνω σε μας που σε υμνούμε με επίγνωση. Ήρθες και φανερώθηκες, το Φως το απρόσιτο» (Κοντάκιο)! Ο διαφωτισμός του μυστηρίου του Τριαδικού Θεού είναι και η αιτία που ονομάζονται τα Θεοφάνεια και Τα Φώτα. Πρόκειται για τα φώτα του Πατρός του Υιού και ου Αγίου Πνεύματος, που αν και τρία είναι όμως και ένα Φως απρόσιτο!
4. Ο Μέγας Αγιασμός. Ο Μέγας αγιασμός των υδάτων, που τελείται προεόρτια την παραμονή των Θεοφανείων και ανήμερα στην Εορτή, είναι ανάμνηση του βαπτίσματος του Χριστού στον Ιορδάνη από τον Ιωάννη τον Βαπτιστή και του αγιασμού των υδάτων που έγινε τότε από τον Χριστό. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος ομιλεί για τον Μεγάλο αυτό αγιασμό στην γιορτή των Θεοφανείων που φυλασσόταν από τους πιστούς και χρησιμοποιείτο για αγνισμό, ενίσχυση και θεραπεία. Την μεγάλη σημασία του την αντιλαμβανόμαστε από τα λόγια της ευχής που αναπέμπει ο ιερέας κατά την επίκληση του Αγίου Πνεύματος και τον καθαγιασμό του ύδατος: «…και ποίησον αυτό πηγή αφθαρσίας, δώρο αγιασμού, συγχωρητικό (λυτήριο) αμαρτημάτων, φάρμακο (αλεξιτήριο) νοσημάτων, εξολοθρευτικό δαιμόνων, απρόσιτο στις ενάντιες δυνάμεις, γεμάτο με αγγελική δύναμη…» Δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ των δύο καθαγιασμών (της παραμονής και της γιορτής). Εκείνο που έχει σημασία προκειμένου να χρησιμοποιήσει κανείς τον μεγάλο αγιασμό είναι η μετάνοια και η νηστεία την παραμονή της Γιορτής. Όταν με πνεύμα συντετριμμένο και με πίστη αληθινή λαμβάνουμε και χρησιμοποιούμε την μ. Αγιασμό, τότε πραγματικά γίνεται ιαματικό μέσο ψυχών και σωμάτων και πάσης αντικείμενης δύναμης ανατρεπτικό. Η γιορτή των Θεοφανείων είναι προσκλητήριο ανανέωσης και επιστροφής στον Κύριο της δόξης, ο οποίος αν και ήταν Θεός ταπείνωσε τον εαυτόν του και έγινε άνθρωπος –άνθρωπος αληθινός, αναμάρτητος, συγχωρητικός και ελεήμων, η οδός, η αλήθεια και η ζωή. Ας τον ακολουθήσουμε στην οδό της δικαιοσύνης, μαζί με την Παναγία μητέρα του την Θεοτόκο, τον άγιο Ιωάννη τον Βαπτιστή, τους αγίους Αποστόλους και όλους τους αγίους.
By Protopresbyter George Dion Dragas, Phd, Dd, Dth
1. Theophany or Epiphany and Christmas. Theophany is one of the great Feasts of the Lord of the ecclesiastical year. It is also called Epiphany and the Day of Lights and is celebrated on the 6th of January. The names of this Feast indicate the understanding of the ancient Church concerning this Feast. This understanding is connected with the revelation of God, that is, the manifestation of the One God in Trinity through the Incarnation of the Son of God, our Lord Jesus Christ. Consequently, Theophany comprises the birth of Christ and the related events (e.g. the visitation of the Magi) and also the beginning of the public manifestation of the incarnate economy of the Son of God which is connected with the Baptism of Christ in the Jordan by John the Baptizer.
In the 4th century AD, Christmas was separated from Theophany and constituted a separate Feast, which was celebrated on the 25th of December. This separation had been adopted in the Western Church, which was at that time united the Eastern Churches. Since then Theophany was specifically connected with the Baptism of Christ, i.e. with the commencement of the public ministry of Christ through which he became the Savior and Redeemer of the world. The question that arises here is why was Christ baptized? Why did this take place and what is its deeper meaning?
2. The Baptism of Christ and the Sacrament of Baptism
a) The witness of John the Evangelist. In the Gospel of St. John we find the first hints regarding the relation between the Baptism of Christ and the Sacrament of Baptism. St. John the Forerunner speaks about the Baptism in water which he administered according to the divine calling and explains that the coming Christ would transform it into baptism in the Spirit so that through it human beings would enter into the kingdom of God: “John bore witness and said that he saw the Spirit descending like a Dove from heaven and resting upon Christ. He also said the he did not know him [”i.e. Christ – until that point], but He who sent him to baptize had said that on whom he would see the Spirit descending and resting upon hi, he would be the One who will baptize in the Holy Spirit. John also said, that he saw this and bore witness to it, namely, that he is [the Christ] the Son of God” (1:32-34). Exactly the same was confirmed by the Lord himself when he said to Nicodemus: “Amen, amen I say to you, unless one is born of water and Spirit, one cannot enter the kingdom of God” (3:5). These words of the Lord constitute the institution of the holy sacrament of Baptism, through which human beings become Christians. The descent of the Holy Spirit, then, at the Baptism of Christ, revealed the sacrament of Christ which Christ instituted and operates through the Holy Spirit. It is the Baptism which the Lord delivered to his holy disciples as a basic element of their ministry in the world.
b) The witness of the Evangelists Matthew and Mark. In the two synoptic Evangelists, Matthew and Mark, there is an explicit statement about the necessity of the sacrament of Baptism as a means of participation of the human beings in the salvation which Christ offers. This appears in the command of the Risen Lord to his Disciples to preach the Gospel and baptize human beings throughout the world. In other words, he asked them to initiate human beings into their new and saving relation with the one God in Trinity which was definitively revealed at his Baptism in the Jordan by John the Baptizer in the name of the Father and the Son and the Holy Spirit. “God, then, and make disciples of all nations, baptizing them in the name of the Father and the Son and the Holy Spirit, teaching them to observe all those things which I commanded to you” (28:18-20). Mark the Evangelist states the same in a briefer way. “Go to the whole world and preach the Gospel to the entire creation. Whoever believes you and is baptized will be saved“ (16:15-16).
It is clear, then, that the sacrament of Baptism which Christ instituted by fulfilling and transforming the Baptism of John the Baptizer is the commencement of our re-connection with our creator, who is the leader and perfecter of our salvation. To understand the deeper meaning of this salvation we must pay attention to the details that the Gospel narratives supply concerning the Baptism of the Lord in the Jordan.
3. The deeper meaning of the Baptism of Christ and the Sacrament of Baptism.
a) Man’s return to the true God. The Baptism of the Forerunner was a “baptism of repentance,” which signaled man’s return to God by obedience to the divine will. It was necessary in view of the coming of the Messiah and the kingdom of God which He would bring into the world. It was a kind of prelude and preparation which looked towards God’s intervention through the Messiah, that is, the justification of human beings and the gift of the Holy Spirit. This is most clearly manifested in the words of Christ to John the Baptist, “This is necessary, so that all righteousness might be fulfilled” (Matth. 3:15). So, when Christ came forth to receive the baptism of John as a man, he accepted the divine will on behalf of the entire humanity. And then, the witness of the heavenly Father which recognized him as His beloved Son and the descent of the Holy Spirit in a bodily manner “in the form of a Dove” signaled the acceptance of Christ by the Father as the Messiah who would bring the kingdom of God into humanity. This kingdom was mainly and primarily represented by the communion of the Holy Spirit, as the prophet Isaiah had foretold: “Jacob is my son and I will take him up. Israel is my elect, whom my soul has accepted, and to whom I gave my Spirit so that he might judge among the nations“(42:1).
b) The humanity of Christ as the basis of man’s salvation. Both the acceptance of Jesus as the Messiah as well as the descent of the Holy Spirit upon him refer to his humanity, which he assumed for our sake, and made it the basis of our justification and salvation. As the ecclesiastical hymnology declares:
“Having put on the form of the servant, O Christ, you came forth to be baptized by a servant in the waters of Jordan, so that you may redeem from the ancient slavery and sanctify and enlighten all of us human beings” (Vespers of the eve of Theophany).
“It is redemption that Christ is coming forth to bring to all believers through his baptism. Because through this, he purifies Adam, he raises the fallen, he puts to shame the tyrant who caused the fall, he opens the heavens, he brings down the Holy Spirit, and he grants incorruption and participation” (8th Praise).
“Today the Lord comes to the waters of Jordan, and says to John: Be not shy for baptizing me, because I came to save Adam the protoplast” (Oikos).
“As man you came to the river, O Christ, King, and you hasten to receive baptism from the hands of the Forerunner, for our sins, O Lover of mankind” (Sophronios of Jerusalem)!
c) The revelation of the one God in Trinity and his communion with man. In the last analysis, however, what happened in the Jordan refers to the divinity of Christ, and especially to his eternal filial identity, which reveals the mystery of the Holy Trinity. Christ is the eternal Son of the Father who also became man in order to bring man back to the kingdom of the Holy Trinity. It is for this reason that the Sacrament of Baptism which grants to us regeneration and brings us into the life of Christ is celebrated in the name of the Holy Trinity, of the Father and the Son and the Holy Spirit. The feast of Theophany, then, refers not only to man’s return to the true God, the creator and Savior through Christ, but also to the revelation of the mystery of God, i.e. to the truth that God is one in Trinity and as such he must be worshiped. As the ecclesiastical hymnology states it:
“When you were baptized in the Jordan, O Lord, it was then, that the worship of the Holy Trinity was manifested. Because it was then that the voice of the Begetter bore witness by calling you His Beloved Son. And then also, that the Spirit in the form of a Dove confirmed the assurance of the word. We glorify You in Your Epiphany, O Christ, as the God who enlightens the world” (Apolytikion). “You manifested yourself to the world today, and your light, O Lord, was marked upon us who praise you with full understanding” (Kontakion). The enlightenment about the One God in Trinity is also the reason for the feast of Theophany being called the feast of “The Lights.” The Lights in this case are the three blessed persons of the Father, the Son and the Holy Spirit, who are one divine Light unapproachable!
4. The Great Sanctification of the Waters. The Great Sanctification of the Waters, which is observed on the even and on the day of Theophany is a calling to remembrance of the Baptism of Christ in the Jordan by John the Baptist and the sanctification of the waters which was done by Christ at that time. Saint John Chrysostom speaks about this Great Sanctification of the feast of Theophany and says that the sanctified water was kept by the faithful and used for purifications, support, healing, etc. We realize its importance when we recall the words of the prayer which the priest offers at the epiclesis (invocation) of the Holy Spirit and the sanctification of the water: “…and make it a source of incorruption, a gift of sanctification, a release of sins, a cure of maladies, a extermination of demons, unreachable to the opposing powers, a plenitude of angelic potency…” What is particularly important in this case is the repentance and the fasting which is observed on the eve of the Feast. When we receive the sanctified water of the Great Sanctification with contrite spirit and true fait, then it truly becomes a healing means of soul and body and undoing of all opposing powers.
The feast of the Theophany is an invitation to renewal and return to the Lord of glory, who humbled himself, though he was God, and became man – a true man, sinless, forgiving and merciful, the way, the truth and the life. Let us follow him on the path of righteousness, along with his all-holy Mother the Theotokos, St. John the Baptist, the holy Apostles and all the Saints.
Τα Θεοφάνεια
Τα Αγία Θεοφάνεια ή Φώτα είναι μία από τις αρχαιότερες δεσποτικές εορτές της εκκλησίας μας η οποία θεσπίσθηκε τον 2ο αιώνα μ.Χ. και αναφέρεται στη φανέρωση της Αγίας Τριάδας κατά τη Βάπτιση του Ιησού Χριστού. Η ιστορία της Βάπτισης έχει ως εξής: Μετά από θεία εντολή ο Ιωάννης ο Πρόδρομος εγκατέλειψε την ερημική ζωή και ήλθε στον Ιορδάνη ποταμό όπου κήρυττε και βάπτιζε. Εκεί παρουσιάσθηκε κάποια ημέρα ο Ιησούς και ζήτησε να βαπτισθεί. Ο Ιωάννης, αν και το Άγιο Πνεύμα τον είχε πληροφορήσει ποιος ήταν εκείνος που του ζητούσε να βαπτισθεί, στην αρχή αρνείται να τον βαπτίσει ισχυριζόμενος ότι ο ίδιος έχει ανάγκη να βαπτισθεί από Εκείνον. Ο Ιησούς όμως του εξήγησε ότι αυτό ήταν το θέλημα του Θεού και τον έπεισε να τον βαπτίσει. Και τότε μπροστά στα έκπληκτα μάτια των θεατών διαδραματίσθηκε μία μοναδική και μεγαλειώδης σκηνή, όταν με την μορφή ενός περιστεριού κατήλθε το Άγιο Πνεύμα και κάθισε επάνω στο βαπτιζόμενο Ιησού, ενώ συγχρόνως ακούσθηκε από τον ουρανό η φωνή του Θεού η οποία έλεγε: «Ούτος εστίν ο Υιός μου ο αγαπητός, εν ω ευδόκησα» («Αυτός είναι ο αγαπημένος μου Υιός, αυτός είναι ο εκλεκτός μου»).
Τη μέρα των Θεοφανείων, τιμούμε την φανέρωση της Αγίας Τριάδος κατά τη Βάπτιση του Ιησού Χριστού. Την στιγμή της Βαπτίσεως του Χριστού στον Ιορδάνη «η της Τριάδος εφανερώθη προσκύνησις». Είναι η αρχή της δημόσιας Αποκαλύψεως, Του ενσαρκωμένου Υιού του Θεού, όπου το γεγονός αυτό συνδέεται με την βάπτισή Του στον Ιορδάνη ποταμό από τον Ιωάννη τον Πρόδρομο, όπου έγινε η φανέρωση του Τριαδικού Θεού στον Άνθρωπο. Ο Ιησούς Χριστός αρχίζει το δημόσιο κηρυκτικό και σωτηριώδες έργο του με την Βάπτισή Του στον Ιορδάνη ποταμό. Η μαρτυρία μάλιστα του Ιωάννη του Βαπτιστή για τον Χριστό, τον υποδεικνύει ως τον Μεσσία, ήταν πολύ σημαντική. Και τούτο διότι όλοι θεωρούσαν τον Ιωάννη τον Πρόδρομο ως μεγάλο προφήτη.
Από τον 4ο αιώνα η εορτή των Θεοφανείων γιορτάζεται πλέον με λαμπρότητα σε όλη την ανατολική Εκκλησία ως εορτή του φωτισμού της ανθρωπότητας δια του Αγίου Βαπτίσματος, απ΄ όπου και το όνομα «Τα Φώτα», εορτή «των Φώτων» (Γρηγόριος Ναζιανζηνός λόγος 39, Αστερίου Αμάσ. Λόγος εις «εορτών των Καλανδών»).
Ως κύριες τελετές των Θεοφανείων θεωρούνται οι παρακάτω
Μέγας Αγιασμός των Θεοφανείων ή Φώτων (Θρησκευτική τελετή που λαμβάνει χώρα εντός των Εκκλησιών).
Κατάδυση του Τιμίου Σταυρού (Θρησκευτική τελετή που ακολουθεί του Μεγάλου Αγιασμού και γίνεται η κατάδυση του Σταυρού σε ακτή Θάλασσας, εντός λιμένων, όχθες ποταμών ή λιμνών).
Βάσει των Θεοφανείων, το Βάπτισμα των χριστιανών, δεν είναι μόνο «εν ύδατι», όπως το βάπτισμα «μετανοίας» του Ιωάννη, αλλά και «εν Πνεύματι Αγίω». Ο Κύριος με το να βαπτιστεί αγίασε το νερό, το έκανε νερό αγιασμού και συμφιλίωσης με το Θεό. Έτσι η Βάπτιση του Κυρίου άνοιξε τη θύρα του Μυστηρίου του Βαπτίσματος. Με την καθαρτική χάρη του αγίου Βαπτίσματος ο παλαιός αμαρτωλός άνθρωπος ανακαινίζεται και με την τήρηση των θείων εντολών γίνεται κληρονόμος της βασιλείας των ουρανών.
Ρένος Κωνσταντίνου, θεολόγος
Μαριλένα Κοντογιώργη, φιλόλογος
Θεοφάνεια ή Επιφάνεια (Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου)
Περί του μεγάλου Αγιασμού των Θεοφανείων
Παραμονή των Φώτων σήμερα, «χαρά μεγάλη κι οι αγιασμοί»
